auto painter HRΜε κάθε επιφύλαξη για την ορθότητα των σκέψεων, ύστερα από κάποια σφηνάκια καλής κριτικής ρακής, η συζήτηση έρεε γοργά και θα μπορούσα να την παρομοιάσω σαν γλυκόπιοτη. Βέβαια, οφείλω να ομολογήσω πως λίγες είναι εκείνες οι στιγμές που με τη συνοδεία κάποιου ποτού η κουβέντα με τους δικούς μου ανθρώπους χωλαίνει κάπου. Αυτά τα όλο και πιο αραιά βραδάκια μιας καλής συντροφιάς είναι που σε ξεκουράζουν, σπάνε την αλυσίδα της καθημερινότητας και σε οδηγούν σε μια ξεχωριστή ευχάριστη εμπειρία.

Πέραν των συνηθισμένων θεμάτων που γύριζαν στην τσόχα του διαλόγου μας, όποτε βρισκόμουν με το φίλο Περικλή, υπήρχαν και κάποια που ξεπηδούσαν απρόσκλητα, τα οποία ενώ στην αρχή φάνταζαν πως θα διατάρασσαν τη συνοχή του, τελικά αποδεικνύονταν πολύτιμοι γόνοι ανανέωσης. Έτσι, κάποιες φορές, η μονοτονία της συνομιλίας μας ξέφευγε από τα γνώριμα μονοπάτια και πολύ αναζωογονητικά οδηγούταν σε νέες πορείες, οι οποίες σχεδόν πάντα αποτελούσαν και μια μοναδική ευκαιρία να ανακαλύψουμε ο ένας για τον άλλον στοιχεία του χαρακτήρα του που δύσκολα θα ξετρυπώνονταν σε φυσιολογικές συνθήκες. Άλλωστε ένα από τα μεγαλεία του διαλόγου με έναν συνάνθρωπο είναι και αυτό που με τόση χαρά απολαμβάναμε εκείνο το βράδυ, δηλαδή η ανάδειξη πραγμάτων που σίγουρα μας εξέλισαν. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


Barrels2Το κελάρι του Μίμη είναι γνωστό εδώ και χρόνια για την εκλεκτή ποικιλία του στα κρασιά. Κρασιά κάθε λογής, όλων των αποχρώσεων και όλα από βαρέλι διαλεκτό. Αυτό το κελάρι υπάρχει πολύ καιρό ίσως και πριν ακόμα γεννηθώ. Το θυμάμαι παιδιόθεν μέσα στις κουβέντες των μεγάλων, σε γιορτές και σε βράδια γλεντιού, να αναφέρεται.

-Πήγαινε, Βασίλη, να φέρεις ένα δίλιτρο από το καλό του Μίμη, θυμάμαι τον πατέρα να λέει στο μεγάλο μου αδελφό.

-Τι θα μας φιλέψετε, άλλες φορές ρώταγε λιγούρικα ο θείος Πέτρος και έτρεχε η μητέρα να ικανοποιήσει την επιθυμία του. Πάω στο Μίμη και επιστρέφω, φώναζε καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της.

-Αυτό το καλό κρασί, τού πώς τον λένε, ρώταγε ο φίλος του πατέρα μου Αντώνης και απαντούσε υπερήφανος ο πατέρας μου λες και αναφερότανε στους δικούς του καρπούς, του Μίμη!

Κάποιες άλλες στιγμές στέρευαν τα λόγια αλλά το κρασί του Μίμη βρισκότανε ακόμα στο τραπέζι, ανεξάντλητο, λες και είχε προικιστεί από θείο χέρι. Τα στομάχια ήταν χορτάτα, τα αυτιά μπουχτισμένα από την οχλαγωγία, τα χείλη δυσκολεύονταν να ανοιγοκλείσουν για να δώσουν τη χαρά στις σκέψεις να αποδράσουν αλλά οι γευστικοί κάλυκες παρέμεναν ανικανοποίητοι και ακούραστοι, αχόρταγοι μπροστά στο νέκταρ που τους σερβίρονταν τόσο απλόχερα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


maxresdefaultΟ κύριος Συμεών είναι αναποφάσιστος. Ανεβαίνει τις σκάλες του μετρό και σκέφτεται. Κατευθύνεται σωστά άραγε; Είναι ντυμένος καλά. Ο κοντός του λαιμός χάνεται μέσα στο πλεκτό ζιβάγκο του. Το σχεδόν άτριχο κρανίο του καμουφλάρεται κάτω από τη χοντρή τραγιάσκα του. Το σκούρο μπουφάν του κρύβει καλά το παχύ κορμί του. Ακάλυπτες έχει μόνο τις παλάμες του για να αισθάνεται καλά ό,τι αγγίζει, τα περισσότερα από τα οποία αποτελούν στηρίγματα για αυτόν. Να δει. Κρατά καλά ή θα χρειαστεί άλλη ισχυρότερη βάση για το γέρικο σκαρί του;

Η κυλιόμενη σκάλα τον αφήνει στην αρχή του πεζοδρόμου, εκεί που το τελευταίο πλακάκι εφάπτεται με το μαρμάρινο υποδοχέα, την κατάληξη της μακριάς σκάλας. Βγαίνει ανέτοιμος για αυτό που αντικρίζει. Κάνει δυο βήματα, που δε φανερώνουν τη δυσπιστία του, μόνο εκείνος τη γνωρίζει, και σταματά απότομα. Κοιτά μπροστά. Γυρίζει αριστερά, στρέφει το βλέμμα του δεξιά και με καθυστέρηση μισού λεπτού, τόσο του παίρνει συνήθως για να δώσει τα σκήπτρα στη δεύτερη σκέψη που τον καταδιώκει, κάνει μεταβολή και ακολουθεί τα σκαλοπάτια που οδηγούν πάλι στη στοά του μετρό. Καθώς κατεβαίνει, η επιμονή του στην κοπέλα την οποία είδε μέσα στην πιτσαρία είναι μεγάλη. Κάπου χάνει την ισορροπία του, όμως γρήγορα επικεντρώνει ξανά την προσοχή του στο κατέβασμα αυτών των στιβαρών μέσων που καλούνται σκαλοπάτια. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


6294-Overweight-Bald-Man-Walking-Clipart-PictureΕίναι ο Παντελής. Σίγουρα είναι αυτός. Είμαι βέβαιος. Στέκεται μπροστά από το ταμείο ως συνήθως και περιμένει να έρθει η σειρά του. Περιεργάζεται την ταμία. Παρατηρεί αν είναι γρήγορη ή εξυπηρετεί τους πελάτες με την ησυχία της σαν αργοκίνητο καράβι. Το βλέπω στο προφίλ του. Είναι κάπως ανήσυχος. Ηρεμία δεν έχει μέσα του αυτός ο άνθρωπος. Το μέσα του έχει εκραγεί, η εσωτερική του ένταση αρχίζει να εκδηλώνεται, δε βαστά άλλο την αναμονή και αρχίζει να κινείται σχεδόν σύγκορμος. Το δεξί μάτι του που διακρίνω παίζει, τα βλέφαρα του ανεβοκατεβαίνουν, τα δάκτυλα των χεριών του και αυτά είναι ανήσυχα, παλεύουν με έναν αόρατο αντίπαλο αλλά μέχρι εκεί, γιατί το υπόλοιπο κορμί του, από τη μέση και κάτω, τελικά δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του μυαλού του. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


palm_brian-old_man_walking_by_the_sea~OMabf300~10008_20101214_2006_251Ο Θύμιος έφυγε.

Ο Μανώλης τον θυμόταν που ερχόταν στο πατρικό του – φίλος του πατέρα του ήταν – σχεδόν πάντα πιωμένος. Ήταν ψιλός και αδύνατος, στα όρια της λιμοκτονίας. Στα σκελετωμένα του δάκτυλα κρατούσε πάντα ένα τσιγάρο αναμμένο. Το χνώτο του μύριζε έντονα ούζο, το μάτι του ήταν θολό, κόκκινο, με τις φλέβες μέσα του πρησμένες έτοιμες να εκραγούν και το βλέμμα του είχε έκφραση επαίτη. Η φωνή του ερχόταν σε απόλυτη αρμονία με την φτωχική και ατημέλητη όψη του. Λεπτή, βραχνή, η οποία έβγαινε πάντα με έναν παρακλητικό τόνο, με την κτητική αντωνυμία να συνοδεύει πάντα την προσφώνηση των φίλων του. Το πρόσωπό του είχε αφυδατωθεί από την κατάχρηση τσιγάρου και αλκοόλ και οι ρυτίδες είχαν κάνει βαθιά αυλάκια στην άνυδρη επιδερμίδα του. Συνήθως περιφερόταν αξύριστος, κάτι που ερχόταν να ταιριάξει με το υπόλοιπο του παρουσιαστικού του. Το άνω μέρος του κορμού του είχε γύρει μπροστά σχηματίζοντας καμπούρα και όπως προχωρούσε στο δρόμο φαινόταν σαν κάτι να έψαχνε να εντοπίσει ή πως συλλογιόταν κάτι σημαντικό. Το κύρτωμα στο πάνω μέρος του κορμιού του τού είχε αφήσει και ένα επιπρόσθετο κουσούρι. Του είχε δημιουργήσει μια μικρή σκολίωση, η οποία επηρέαζε το περπάτημά του, καθώς το ένα πόδι υπερτερούσε σε μάκρος από το άλλο. Έτσι, καθώς βάδιζε, φαινόταν σα βάρκα που έπεσε πάνω σε τρικυμισμένη θάλασσα και η πορεία της δεν είναι ευθύγραμμη. Η αστάθειά του αυτή, μάλιστα, πολλάκις τον είχε οδηγήσει να σκοντάψει και να πέσει πάνω σε ότι βρισκόταν στην πορεία του, από άνθρωπο έως οποιοδήποτε αντικείμενο ή άμοιρο ζώο που έτυχε να περνάει αμέριμνο εκείνη την ώρα δίπλα του. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


thompson11

Σίγουρα κάθισε αρκετή ώρα. Ήταν βέβαιος πως η αναμονή του ξεπέρασε τα τρία τέταρτα. Ανήσυχος στριφογύρισε πάνω στην αναπαυτική βαθουλωτή πολυθρόνα και με έναν τραβηγμένο μορφασμό εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του. «Αν είναι δυνατόν» ξεφώνησε το εσώτερο του εαυτού του προσπαθώντας να βρει διέξοδο από τις πύλες των φωνητικών του χορδών. Μάταια για κείνο, ευτυχώς όμως για κείνον, δεν ακούστηκε πουθενά και έσβησε, όπως σα σπινθήρας εμφανίστηκε.

Κάποια στιγμή το βλέμμα της γραμματέως σηκώθηκε και στόχευσε προς το μέρος του σχηματίζοντας μια αμυδρή σκιά στο λευκό του τοίχου με το περίγραμμα του κεφαλιού της. Εκατοστά του δευτερολέπτου άφησε να διαφανεί μια νότα αισιοδοξίας και πράα, σα να μη μεσολάβησε καμιά αλλαγή στο πρόσωπό της, γύρισε πάνω στη χαρτούρα, με την οποία επιμελώς εδώ και ώρα καταπιανόταν θέλοντας να δείξει πολυάσχολη. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »


Sad-Man-With-Umbrella-Walking-In-A-Lonely-Street-Digital-Art-Artwork-1920x1200Περπατάει μόνος. Νοιώθει πως η ζωή του πήγε στράφι. Κάθε δρασκελιά και μια σκέψη στα χρόνια που φύγαν. Αισθάνεται φτωχός, μόνος και λίγος. Έφτασε τα πενήντα και η νέα δεκαετία της ζωής του τον φοβίζει. Διωγμένος από το σπίτι του. Η σύζυγός του δεν του φέρθηκε καλά. Τον παράτησε όπως θα άφηνε έναν εραστή της μιας νύχτας. Ο γιος του τον κατηγόρησε, πήρε το μέρος της μαμάς.

Δυσφορεί, γιατί καλείται να επανασχεδιάσει τη ζωή του. Νοιώθει άσχημα χωρίς σύντροφο και παιδί. Τον προβληματίζει το γεγονός ότι πρέπει να μάθει σε έναν τρόπο ζωής στον οποίο είναι ασυνήθιστος. Αισθάνεται τις δυνάμεις του να τον αφήνουν. Δειλιάζει μπροστά στο πελώριο τείχος της μοναξιάς που ορθώνεται μπροστά του. Και εκείνο που τον τρώει κάθε μέρα, περισσότερο από όλα, είναι η απρόσμενη εκδίωξή του. Η ψυχρή και υπολογιστική σκέψη της γυναίκας του …ο μισθός του που πλέον δε είναι επαρκής… η σύζυγός του δεν τον έχει ανάγκη πια… ο γιος του είναι μπερδεμένος, δεν ξέρει αν τον αγαπά ή τον μισεί. Αλλά εκείνος, ο πατέρας, δε ζητά ανταλλαγή, μόνο μια στοιχειώδη ανταπόκριση. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »