Γαλβανίζω

Posted: Μαΐου 12, 2011 in Με αφορμή μια λέξη

013CF6ED27A589004E361BB296B3B72FΑπό μικρό παιδί ο Λάμπρος είχε το ταλέντο να γαλβανίζει τους γύρω του. Με τα σκέρτσα, τις γκριμάτσες του, την ενεργητική του φύση, γεμάτος χαρά και έτοιμος να τα κατακτήσει όλα, ενθουσίαζε αυτούς που συνευρίσκονταν μαζί του και κυρίως τους μεγάλους. Όλοι μαζί του ευτυχούσανε και είχαν έναν καλό λόγο να πουν. Το μικρό του προσωπάκι άστραφτε από ζωντάνια και όρεξη και όλη αυτή την υπερδιέγερση της ψυχής του την μετέδιδε. Ήταν πάντα το επίκεντρο της παρέας και του άρεσε. Ήθελε να τραβάει την προσοχή, το προσπαθούσε και το πετύχαινε.

Ήταν ξερό κεφάλι από τότε. Αν του έμπαινε κάτι στο μυαλό δύσκολα του το έβγαζες. Και όταν ήθελε να κάνει κάτι, το έκανε ανεξαρτήτως κόστους. Αυτό άλλωστε είναι που τον έκανε μεγάλο και τρανό και έφτασε εδώ που έφτασε. Η επιμονή που είχε από μικρός, γεννήθηκε μ’ αυτήν, η υπομονή που απόκτησε μαθαίνοντας απ’ τα λάθη του και περνώντας από δυσκολίες, όπως κάθε άνθρωπος περνάει στη ζωή του και η θέληση. Την θέληση μπορώ να πω πως την είχε στο DNA του αλλά και την κατέκτησε. Την ικανότητα αυτή που χαρακτηρίζει έναν άνθρωπο, που είναι συνυφασμένος με την ωριμότητα του πνεύματος και την δύναμη της ψυχής. Χαλυβδώθηκε μέσα απ’ τα χρόνια της εκπαίδευσής του απ’ την ζωή και με την επιμονή και την θέληση που τον χαρακτήριζαν πετύχαινε τους στόχους του.

Τόσα χρόνια δημιουργούσε ενδιαφέρον με την παρουσία του, στα οικεία του πρόσωπα ή και σε κάποιους μικρούς κύκλους ανθρώπων. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και τώρα στα τριάντα πέντε, ακόμα νέος αλλά με την μεστότητα που του έδιναν οι εμπειρίες των χρόνων που πέρασαν, ηλέκτριζε πλέον το κοινό. Ηθοποιός με φως, ηθοποιός πλασμένος απ’ την φύση του.

Ο Λάμπρος είναι απ’ τις περιπτώσεις που θεωρώ πως γεννήθηκε για να γίνει ηθοποιός. Είναι κάποια πράγματα που είναι απροσδιόριστα πλασμένα αλλά υπάρχουν. Κατά τρόπο παράξενο, ο Λάμπρος γεννήθηκε με το ταλέντο, παρ’ ότι οι γονείς του, κανένας τους δεν είχε καλλιτεχνική κλίση και ευτύχισε να τη λατρεύει αυτή του την έφεση. Έβγαινε από μέσα του αβίαστα, δίχως προσπάθεια και απλά το απολάμβανε. Αφηνόταν στο θείο δώρο που του είχε χαριστεί.

Είναι αυτό που λένε πως κάποιοι γεννιούνται με χάρισμα και άλλοι είναι καταδικασμένοι εκ γενετής. Η περίπτωση του Λάμπρου όμως ήταν και ιδιαίτερη. Μετουσίωσε στον εαυτό του την νοοτροπία του σωστού επαγγελματία. Καλλιέργησε την προίκα του για να αναδείξει και να θεμελιώσει γερά μέσα του το ταλέντο του. Όλα τα δούλεψε άρτια. Ήταν εργάτης, συνεπής στο στόχο του, που τον έβλεπε ως μονόδρομο στη ζωή του. Και ήταν και μαχητής. Οι δυσκολίες τον προκαλούσαν να γίνει καλύτερος. Κοντοστεκόταν στην αρχή, σχεδόν δείλιαζε αλλά μετά το πρώτο κύμα πανικού, πάταγε γερά στα πόδια του και αντιμετώπιζε το ριζικό του.

Ήξερε να εκτιμά. Καταλάβαινε απόλυτα το πόσο εκλεκτός ήταν και το σεβόταν. Ήταν προικισμένος και το ζούσε με τιμή προς τον εαυτό του. Αυτό τον έκανε και μεγάλο ηθοποιό. Ο χαρακτήρας του. Η απλότητα του, η σεμνότητά του, η φαινομενική αίσθηση που σου άφηνε, ενός καθημερινού ανθρώπου.

Ο Λάμπρος όταν ερμήνευε γαλβάνιζε. Προκαλούσε ενθουσιασμό, ένα χειμαρρώδη ηλεκτρισμό πάνω στη σκηνή. Ένοιωθες, με τον ηλεκτρισμό που δημιουργούσε, ότι κάλυπτε με την άυλη ουσία της ψυχής του, τις δικές μας ψυχές, του κοινού και τις προστάτευε απ’ την διάβρωση που κινδύνευαν να πάθουν απ’ την αλλοτρίωση του τωρινού πολιτισμού μας.

Σε μια συνέντευξη που είχε δώσει στο καλλιτεχνικό διαδικτυακό περιοδικό Bookaroo, στον κύριο Λίβρο, είχε δηλώσει πως αν σταμάταγε κάποτε να δίνει τον ενθουσιασμό που πρόσφερε απλόχερα στους ανθρώπους τότε θα έπαυε να νοιώθει ζωντανός. Θα στερούσε απ’ τον εαυτό του την πληρότητα που γευότανε έως τώρα με την έκθεσή του. Αυτό ήταν που τον έκανε έναν ολοκληρωμένο άνθρωπο. Είχε γεννηθεί για να προσφέρει χαρά στους γύρω του και αυτό τον λύτρωνε. Ήταν το ναρκωτικό του. Ήταν εθισμένος σ’ αυτό.

Ο Λάμπρος έδινε απλόχερα. Είναι αλήθεια. Δεν ήταν μίζερος. Και όταν έδινε, έδινε ουσιαστικά. Η αγάπη του για τους ανθρώπους τον έκανε καλύτερο άνθρωπο. Στις περισσότερες παραστάσεις που έδινε η αξία του εισιτηρίου ήταν μηδαμινή. Ίσα ίσα θα κάλυπτε τα έξοδά του αν η προσέλευση του κοινού δεν ήταν τόσο αθρόα.

-Αλήθεια, κύριε Μοσχονά. Τι είναι αυτό που σας κάνει να εκπέμπεται τόση ενέργεια πάνω στη σκηνή; τον είχε ο ρωτήσει ο κύριος Λίβρος.

-Μα απλούστατα, αγαπητέ μου η θετική αύρα που εισπράττω απ’ τον κόσμο. Ένα πράγμα που με δίδαξε η ζωή, κύριε Λίβρο, είναι πως ότι δώσεις θα πάρεις. Ακόμα κι αν δεν λάβεις άμεσα αυτά που σου αναλογούν, θα τα εισπράξεις μακροπρόθεσμα με τόκους. Γι’ αυτό, λοιπόν, σας απαντώ με μια τόσο φαινομενικά ρηχή φράση αλλά πολύ βαθειά αν κοιτάξετε λίγο πιο ευκρινώς.

Σε κείνη την συνέντευξη που είχε δώσει, τον είχα συνοδεύσει. Όταν μπήκαμε στα γραφεία της εταιρείας μας υποδέχτηκε αυτοπροσώπως ο κύριος Λίβρος. Ήταν ήδη γνωστός για τις σπουδαίες του συνεντεύξεις που έπαιρνε αλλά εκείνο που μου έκανε εντύπωση ήταν πως κι αυτός ήταν ένας πάρα πολύ απλός άνθρωπος. Λες και κάποιες δυνάμεις συνωμοτούσαν και αυτοί οι άνθρωποι φαίνονταν τόσο απλοϊκοί. Ίσως η όλη ενέργεια που βγάζανε στις δημιουργίες τους, να απαιτούσε τόσο πολύ χώρο μέσα τους που τελικά έμεναν στεγνοί από αχρείαστα πράγματα και αυτό να απογύμνωνε την παρουσία τους και να την έκανε λιτή.

Μόλις είχαν γίνει οι πρώτες συστάσεις, ο κος Λίβρος μου έτεινε το λόγο και μου είπε αν ήθελα να συμμετάσχω στην παρέα τους ως ένας φίλος που άκουγε την συζήτηση δύο δικών του ανθρώπων. Κάθισα σ’ έναν καναπέ μπροστά τους, κι εκείνοι, σαν δύο άνθρωποι που γνωρίζονταν χρόνια, άρχισαν να κουβεντιάζουν. Αυτό ήταν και το μυστικό της επιτυχίας των συνεντεύξεων του κύριου Λίβρου. Από αυτήν την μεθοδολογία πήγαζαν οι τόσο ζωντανές φιγούρες που ξεδιπλώνονταν μέσα απ’ τις συνεντεύξεις του και εκείνη η ζεστασιά που σε καθήλωνε και σε έκανε να αισθάνεσαι σαν οικείο πρόσωπο μαζί τους. Γινόσουν ένα με τον ερωτώντα και τον συνεντευξιαζόμενο.

Ο Λάμπρος δεν άφησε για μια ακόμη φορά τον απέναντί του δίχως να τον ηλεκτρίσει. Η φωνή του έβγαινε σαν καυτή λάβα, ζεστή στα όρια της φωτιάς και αργόσυρτη έβγαινε σαν απομακρυνόταν απ’ το στόμα του, λες και μειωνόταν η ταχύτητα της ροής της καθώς πάγωνε, απομακρυσμένη απ’ την εστία. Άνετος καθόταν στην καρέκλα του, κοιτώντας τον κύριο Λίβρο με αίσθηση σιγουριάς και αισιοδοξίας. Τα πάντα μαζί του φάνταζαν όμορφα. Σε ενθουσίαζε και μόνο η εμφάνισή του. Γαλβάνιζε τον συνομιλητή του και η συνέντευξη ήταν αναπόφευκτα εκστατική.

-Θεωρείται πως τα πάντα, όσον αναφορά την εξέλιξή μας, βασίζονται στην προίκα που μας δίνεται ή απλά είναι αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς και θέλησης, κάποια  στιγμή στη διάρκεια της συνέντευξης τον ρώτησε ο κύριος Λίβρος. Με άλλα λόγια, συνέχισε, γεννιόμαστε ή γινόμαστε;

-Ακόμα και τώρα δυσκολεύομαι να δώσω απάντηση σε κάτι το τόσο απροσδιόριστο. Βλέπετε η επιστήμη όσο κι αν προοδέψει πάντα θα υπάρχει κάτι προς εξερεύνηση. Αλλά αλήθεια, αισθάνομαι πως συμβαίνουν και τα δύο. Δεν υπάρχει μόνο μαύρο ή άσπρο. Άλλωστε τα πάντα στη ζωή είναι ένα σμίξιμο πραγμάτων. Και μην ξεχνάμε, κύριε Λίβρο, πως κανείς δεν γεννιέται από παρθενογένεση.

Άριστος γνώστης της ελληνικής γλώσσας και ετοιμόλογος, χαρακτηριστικό που είχε εξελίξει μέσα από τις εσωτερικές του διεργασίες.

-Τι σημαίνει για σας ο όρος γαλβανίζω, κύριε Μοσχονά; συνέχισε ο κος Λίβρος να ρωτά. Σας κάνω αυτήν την ερώτηση λόγω της γνωστής φήμης σας γι’ αυτή σας την ικανότητα.

Ο Λάμπρος, θυμάμαι, στην συγκεκριμένη ερώτηση, είχε διστάσει να απαντήσει. Ξαφνικά έχασε πρόσκαιρα την αυτοπειθαρχία του και παραπάτησε στον λόγο του. Κάτι ξεκίνησε να πει μα τον έπιασε γλωσσοδέτης. Ήπιε μια γουλιά νερό, απ’ το ποτήρι που του είχαν φέρει, και ευθύς αμέσως ως να λύθηκε η γλώσσα του είπε.

-Σημαίνει κάτι που με γεμίζει ευθύνη ως προς το κοινό. Γιατί γνωρίζω ότι αυτό κατακτιέται μέρα με την μέρα, παράσταση με την παράσταση. Απαιτεί κάτι παραπάνω από μια ερμηνεία, από κάποια λεπτά που μπορεί να βρίσκεσαι πάνω στη σκηνή. Για να γαλβανίζεις, αγαπητέ κύριε Λίβρο, πρέπει να εκπέμπεις και πρέπει να εκπέμπεις τον εαυτό σου, πράγμα που σημαίνει ότι η ζωή σου ως ηθοποιός πρέπει να είναι συνυφασμένη με την προσωπική σου ζωή. Άρα πρέπει συνολικά να περικλύζεσαι από στοιχεία αξιέπαινα και θελκτικά. Αν όλο αυτό το οικοδόμημα στηρίζεται σε ψέματα δεν θα κρατήσει για πολύ. Κάποια στιγμή θα ραγίσει και έπειτα θα γκρεμιστεί. Ενώ αν αυτό που βγάζεις στον κόσμο είναι ο αληθινός εαυτός σου τότε καιρό με τον καιρό θα ατσαλώνεται. Αυτό σημαίνει για μένα η λέξη γαλβανίζω. Σημαίνει κάτι παραπάνω από την μεταφορική της έννοια που είναι να μεταδίδεις ενθουσιασμό, ενδιαφέρον.

Αυτή ήταν η μαγεία μ’ αυτόν τον άνθρωπο. Ήξερε πάντα τι θα πει και πως θα το πει. Τοποθετούσε τον εαυτό του στο χώρο και στις κουβέντες σαν να καταλάβαινε πως χρειαζόταν κάθε φορά να εκφραστεί για να γοητεύσει. Και μάλλον αυτή ήταν η ικανότητά του που τον έκανε γαλβανικό.

Ο κύριος Λίβρος εισέπραξε τα λεγόμενα του Λάμπρου με απόλυτη ικανοποίηση. Δεν περίμενε κάτι λιγότερο. Του έσφιξε το χέρι και του άρθρωσε μια τελευταία φράση, σαν κλείσιμο της συνέντευξης.

-Κύριε Μοσχονά, δεν ξέρω αν ήμουν στη θέση σας πως θ’ αντιλαμβανόμουν την λέξη γαλβανίζω, αλλά μπορώ να σας μιλήσω ειλικρινώς πως την αντιμετωπίζω τώρα, ως ένας απ’ τους θαυμαστές σας. Αισθάνομαι πως μόλις σας αντικρύσω είτε όπως τώρα είτε επί σκηνής, θα εισπράξω όλα αυτά που εκφέρατε μόλις τώρα. Γιατί, τι άλλο θα μπορούσε να είναι η λέξη γαλβανίζω, αν όχι περιλούσιμο ουσίας σαν και την δικιά σας, στις διψασμένες μας ψυχές.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s