3B3C35340F4C377328FDCAAFA014Στριφογυρίζανε μέσα στο δωμάτιο, σαν μέσα σε σάλα, χορεύοντας αγκαλιασμένοι σφιχτά, υπό τις μελωδίες ενός κομματιού αγαπημένου, που το λατρέψανε απ’ την πρώτη στιγμή που το άκουσαν. Το Swell του Γιώργου του Καλούδη. Τα σώματά τους λικνίζονταν αρμονικά, ακολουθώντας τον ήχο της μουσικής. Το ένα ακουμπούσε στ’ άλλο, αφημένα στον ερωτισμό τους. Το τσέλο έδινε στην ατμόσφαιρα την γλυκιά μελαγχολία που ενυδάτωνε τα συναισθήματά τους με χρωματισμούς. Το καλοκαιρινό βραδινό αεράκι δήλωνε την παρουσία του, ταρακουνώντας απαλά τις κουρτίνες. Απ’ τον απαλό κυματισμό τους προσπαθούσε να βρει διέξοδο, να ξεφύγει απ’ το τείχος που το εμπόδιζε να γεμίσει το χώρο. Λίγα κεριά αναμμένα πάνω στα έπιπλα και σε κάποιες γωνίες του σαλονιού, δυο ποτήρια κρασί να στέκουν με την γλυκό άγγιγμα των χειλιών αποτυπωμένο πάνω στο γυάλινο χείλος του κορμιού τους και ένα αισθαντικό τρέμουλο απ’ τις φλόγες των κεριών που μάχονταν να κρατηθούν όρθιες και να μην σβήσουν. Ο ήχος της μελωδίας απ’ το Swell απλωνόταν στον χώρο, με το φως, που έπεφτε απ’ τα λιγοστά κεριά στους τοίχους, να παιχνιδίζει με την μουσική και οι φιγούρες του ζευγαριού να προβάλουν σαν σκιές πάνω στον τοίχο σαν σε πανί προβολής ταινίας.

Εκείνος μ’ ένα λινό πουκάμισο και παντελόνι, στο χρώμα του γαλάζιου, στο ίδιο χρώμα με τα μάτια του κι εκείνη μ’ ένα φόρεμα απλό, ν’ αναδεικνύει τις καμπύλες του καλλίγραμμου κορμιού της. Μεθυσμένοι κι δύο από τη στιγμή της έμπνευσης, απολάμβαναν την γαλήνη που τους πρόσφερε η βραδιά, δραπετεύοντας απ’ τις σκοτούρες της μέρας. Ζούσαν το ταξίδι στην φαντασία και το δέσιμό του με την πραγματικότητα, εκστασιασμένοι απ’ το συνονθύλευμα των στιγμών. Σαν ανεμικά στροβιλίζονταν, αγκιστρωμένοι ο ένας πάνω στον άλλο, διψασμένοι για τη γεύση της ηδονής. Λαχταρούσαν ο ένας τη σάρκα του άλλου, για να ολοκληρώσουν με πράξεις ότι δεν μπορούσαν να εκφράσουν με λόγια. Η πνευματική τους χημεία ζητούσε να βρει καταφύγιο στην ανθρώπινη ύπαρξη. Κάτω απ’ τα υγραμένα τους κορμιά και τις καυτές τους ανάσες, η ψυχή τους θα χόρευε το βαλς των μεθυσμένων τους ψυχών.

Την είχε γραπώσει απ’ την μέση με το ένα του χέρι, φέρνοντας το σημείο της κοιλιάς της σε επαφή με το αντίστοιχο δικό του, φανταζόμενος την τρυφεράδα του δέρματός της και αισθανόμενος την θέρμη του υπόστασής της. Με το χέρι του διπλωμένο πίσω της, ένοιωθε την νεανική ευλυγισία της θηλυκής μέσης της και με το άλλο, με την παλάμη του, έφτιαχνε φωλιά για την τρυφερή, γεμάτη ενέργεια, δική της παλάμη. Με την ένωση των άκρων τους, ένωναν τον ηλεκτρισμό τους, που μετουσιωνόταν σε προσδοκία έντονη και ασίγαστο πάθος. Μέσα τους έμπαινε η ενέργεια των ψυχών τους και φτερούγιζε τις καρδιές τους που φαντάζοντας άυλες ήταν έτοιμες να μετακινηθούν απ’ το σώμα τους.

Κοιταζόντουσαν στα μάτια, προσηλωμένοι, εισχωρώντας σε βάθος, ψάχνοντας να βρουν επικοινωνία για τις ψυχές τους και γύριζαν γύρω απ’ τους εαυτούς τους με αργό και ερωτικό ρυθμό. Τα μπουκλέ μαύρα μαλλιά της ανέμιζαν ελαφρώς και τον ακουμπούσαν περιοδικά στο πρόσωπο καθώς το αεράκι έβρισκε την χαραμάδα για να εισχωρήσει στο δωμάτιο., αφήνοντάς του το άρωμά τους στην διεγερμένη όσφρησή του. Ήταν έτοιμος να την  φιλήσει στα σαρκώδη της χείλη, μ’ ένα απαλό άγγιγμα των δικών του, να πάρει μια υγρή γεύση απ’ τα δικά της αλλά κρατιόταν θέλοντας να κορυφώσει τον πόθο του για κείνη. Καλλιεργούσε την ανάγκη του για ηδονή μέσα απ’ το κυνηγητό των σκέψεων και των συναισθήσεων.

Εκείνη με την αναπνοή της ενταμένη σαν να έκανε ήδη έρωτα και το κορμί της σύγκορμο σχεδόν να τρέμει στα στιβαρά του χέρια. Ένοιωθε το αρρενωπό του άρωμα να την συνεπαίρνει και είχε παραδοθεί στο καλοχτισμένο κορμί του να την κουμαντάρει στον κυματισμό της ερωτικής μελωδίας. Η ματιά του είχε διεισδύσει μέσα της και ερέθιζε την ήδη ευαισθητοποιημένη ψυχή της που ανυπομονούσε να τον γευτεί. Το κορμί του είχε αρχίσει να εκκρίνει εκείνες τις ουσίες που κάνανε θελκτικές και ακαταμάχητες τις αισθηματικές προτροπές του και κάθε άγγιγμά του πάνω της αποτελούσε και μια ανεξιχνίαστη και ευχάριστα συνταρακτική εμπειρία. Όλα τα ζούσε σαν να ήταν η πρώτη φορά που την άγγιζε. Η ζηλευτή και σπάνια συνύπαρξή τους, έκανε όλες τις στιγμές σαν να τις γεύονταν για πρώτη φορά.

Όλος ο κόσμος δικός τους, όλος ο χρόνος απλόχερα παραδομένος στη νύχτα τους. Η άνοιξη μόλις είχε φύγει δίνοντας τη θέση της στο καλοκαίρι. Τα πρώτα σκιρτήματα της νέας εποχής είχαν έρθει έχοντας πάνω τους ακόμα το άρωμα απ’ την ανθοφορία της χλωρίδας. Η ηδονική ζάλη, η ευχάριστη διέγερση των αισθήσεων απ’ τις μυρωδιές των λουλουδιών, άφηναν τα σημάδια τους σ’ αυτές της πρώτες μέρες του Ιούνη. Οι νύχτες ακόμα θύμιζαν την μόλις απομακρυσμένη άνοιξη και έδιναν τα εφόδια σ’ εκείνους που ερωτεύονταν να ερωτοτροπούν ακόμα μέσα στο χρώμα των εποχών.

Το κομμάτι τελείωνε. Ολοκλήρωνε τον ταξίδι του και μαζί μ’ αυτό, οι δυο τους έφταναν στον προορισμό τους. Οι ηλεκτρισμένες, γεμάτες αισθαντική ενέργεια ψυχές τους, είχαν γίνει ένα και ήταν έτοιμες να συνοδοιπορήσουν στην εκτόνωσή τους. Είχαν γευτεί ο ένας τον άλλο αρκετά αλλά όχι όσο αρκούσε. Ήταν αχόρταγοι απ’ την ανάγκη τους να ικανοποιηθούν. Τα κορμιά τους άρχισαν, σαν λυσσασμένα κτήνη να παλεύουν καθώς ο χορός τελείωνε. Το στρωμένο χαλί που ακόμα ζέσταινε το πάτωμα με την παρουσία του, ήταν το κατάλυμα για τον έρωτά τους. Τα χείλη τους ενώθηκαν, οι αναπνοές τους συγχρονίστηκαν, τα μάτια τους έκλεισαν δίνοντας χώρο στις άλλες αισθήσεις να γευτούν και η αφή τους πλησίαζε στην κορύφωση. Τα χέρια πήραν ρόλο πρωταγωνιστικό, έτοιμα να εξερευνήσουν πτυχές που δεν είχαν κατανοήσει και βγάζοντας κάθε περιττό επικάλυμμα που εμπόδιζε την επαφή των δύο σωμάτων. Κάθε ικμάδα δέρματος, απ’ τα δύο φύλα που ήταν ξαπλωμένα, μπουρδουκλωμένα μέσα στο μπλέξιμο των χεριών και των ποδιών τους, γευόταν την απόλυτη ηδονή. Ενωμένοι οι δύο εραστές, πάλευαν να χορτάσουν τον πεινασμένο τους εαυτό για πάθος και λικνίζονταν σχεδόν άτσαλα που τίποτε δεν θύμιζε τον πρότερο καλοσυγχρονισμένο χορό τους. Τώρα απ’ τη μια φαινόταν σαν να προσπαθούσε να επικρατήσει ο ένας στον άλλον κι απ’ την άλλη σαν να μάχονταν για το ποιος θα νοιώσει πιο μέσα του τον άλλο.

Με μια κίνηση τ’ αρσενικό σταμάτησε, διακόπτοντας τον μανιασμένο αγώνα των δυο κορμιών. Ανοίγοντας τα μάτια, κοίταξε το θηλυκό, γεύτηκε σαν τελευταία φορά την ομορφιά του, μύρισε το άρωμά του, άφησε στα χείλη του να αισθανθεί τους χυμούς του που τόση ώρα έπινε, αισθάνθηκε το κορμί του πάνω στο δικό του και με μια κίνηση απαλή και συνάμα λυτρωτική και για τους δυο, εισχώρησε μέσα στα καλντερίμια της σάρκας.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s