Η Παράσταση της Ζωής του

Posted: Δεκέμβριος 25, 2011 in Διηγήματα

ΗρώδειοΉταν η 12η Ιουνίου που είχε προγραμματιστεί να γίνει η παράσταση. Μια και μοναδική. Οι προετοιμασίες των σκηνικών και κυρίως οι πρόβες είχαν ξεκινήσει απ’ τον Φλεβάρη. Η τελειομανία του σκηνοθέτη που τα ήθελε όλα αρμονικά και άρτια τον πίεζε αφόρητα. Είχε μείνει καιρό ανενεργός και υπήρχαν στιγμές που οι υψηλές απαιτήσεις της παράστασης του φάνταζαν τρομακτικές.

Ο Μιχάλης ήταν ηθοποιός του Εθνικού Θεάτρου. Συνεπής και ευσυνείδητος ήταν προσκολλημένος στις αρχές της τέχνης του. Δεν ήταν από κείνους που βλέπανε την ηθοποιία σαν επάγγελμα. Γι’ αυτόν ήταν λειτούργημα. Ήταν απ’ τους ηθοποιούς που θα μπορούσε να πεθάνει στην ψάθα για να υπηρετήσει τα ιδανικά της τέχνης του. Δεν λοξοδρομούσε απ’ το σκοπό του και ποτέ δεν δέχτηκε να παίξει κάποιο ρόλο που δεν τον εξέφραζε. Τηλεόραση επίσης δεν είχε κάνει. Δεν τον αποζήτησαν οι άνθρωποι του χώρου και δεν τους αναζήτησε κι αυτός. Θα ένιωθε άσχημα άλλωστε να λέει όχι σε προτάσεις. Η πραγματικότητα ήταν ότι δεν θα μπορούσε να υποβάλλει τον εαυτό του σε μια τέτοια ψυχαναγκαστική δοκιμασία. Η τηλεόραση δεν τον άγγιζε και ακόμα λιγότερο η ποιότητα των σειρών που γυριζόντουσαν γι’ αυτήν. Δεν πίστευε ούτως ή άλλως στην έννοια της σειράς. Για κείνον ηθοποιός σήμαινε άμεση επαφή με το κοινό. Η δημιουργία συντελούταν από αμφίδρομα συναισθήματα πάνω στη σκηνή. Χωρίς αυτά δεν μπορούσε να ζήσει. Χωρίς αυτά το έργο του θα έπαυε να είναι λειτούργημα.

Ο Μιχάλης ήταν απ’ τους σκληροπυρηνικούς του θεάτρου. Ακόμα και προτάσεις άξιες λόγου που του είχαν γίνει για κινηματογραφικά έργα τις είχε απορρίψει δίχως δεύτερη σκέψη. Όλη αυτή η ιδιοτροπία του τον έκανε να περνάει αρκετά διαστήματα εκτός δράσης και γι’ αυτό τώρα που το έργο θα ανέβαινε στο Ηρώδειο τον βάραινε η ευθύνη μιας καλής εμφάνισης μαζί με το γεγονός ότι αναμενόταν μεγάλη προσέλευση κόσμου. Η ερμηνεία του ήθελε να ξεχωρίζει σε σχέση με το τυπικό παίξιμο ενός χαρακτήρα. Απαιτούσε απ’ τον εαυτό του να είναι κομμάτι του έργου με την ψυχή και το σώμα του. Ένας ρόλος για κείνον αποτελούσε ιεροτελεστία. Έπρεπε να φέρει τον εαυτό του σε έκσταση, να κατακρημνίσει τον εσώτερό του χαρακτήρα και πάνω στις βάσεις του να στήσει έναν άνθρωπο. Ανενόχλητος απ’ τις εγωιστικές του συμπεριφορές θα μπορούσε να πλάσει τον ήρωα βασιζόμενος στην αυθόρμητη πλευρά του εαυτού του όπου δρούσε πιο ενστικτωδώς.

Ένας ρόλος πάντα ήταν μια πρόκληση παρ’ όλο που η ψυχολογία του πέρναγε από διακυμάνσεις. Η γνωστοποίησή αρχικά ικανοποιούσε το εγώ του γεμίζοντάς τον υπερηφάνεια και αυτοστιγμεί τον φόρτωνε ευθύνες. Οι πρώτες σκέψεις γεννιόντουσαν ασύδοτα και ανέλεγκτες απ’ το φάσμα της λογικής αλλά αφού ριζωνόταν μέσα του η αλήθεια τότε στεκόταν στο ύψος του, ούτε πιο πάνω ούτε πιο χαμηλά, και αντιμετώπιζε την τιμή που του γινότανε με χαρά και σθένος. Το υπέρτατο εμπόδιο που είχε κάθε φορά να αντιμετωπίσει ήταν η απουσία του απ’ την σκηνή για μεγάλες περιόδους. Για ηθοποιούς με ανάλογες απαιτήσεις δύσκολα βρισκόντουσαν ρόλοι τόσο συχνά.

Ο Μιχάλης ζούσε σ’ ένα μικρό διαμέρισμα δίπλα απ’ το μουσείο της Ακρόπολης. Εκεί ήταν το ορμητήριό του κι από εκεί κάθε φορά ξεκίναγε τα ταξίδια της σκέψης του. Η Ακρόπολη στέγαζε τα όνειρά του, τις ελπίδες του μα πάν’ απ’ όλα έδινε χρώμα στις δημιουργικές του στιγμές. Σε κείνο το διαμέρισμα δούλευε τους ρόλους του σε περιόδους προετοιμασίας για κάποιο έργο πέραν τον προβών που γινόντουσαν επί σκηνής, σε κείνο το διαμέρισμα δεν άφηνε μέρα να περνάει χωρίς να εξασκήσει την τέχνη του.

Στην πολυκατοικία δύο ένοικοι κάνανε αισθητή την παρουσία τους. Ο Μιχάλης με τις ατελείωτες ώρες απαγγελίας του και ο ένοικος του δευτέρου ορόφου που έπαιζε τρομπέτα. Ο συγχρονισμός τους ειδικά κάποιες μέρες δημιουργούσε ένα μυσταγωγικό περιβάλλον. Ο Μιχάλης όρθιος να απαγγέλει κοιτώντας αρρωστημένα τον εαυτό του στον ολόσωμο καθρέφτη του σαλονιού, κινώντας χέρια και τραβώντας τα χαρακτηριστικά του προσώπου του κάνοντας γκριμάτσες αναγκαίες για την εκφορά του λόγου και κάπου κάπου, δειλά δειλά να αρχίζει να ξεπηδά ο ήχος της τρομπέτας. Κι εκεί που ο Μιχάλης βρισκόταν στην κορύφωση της ερμηνείας του έμπαινε μελωδικά η μουσική απ’ το πιο πέρα διαμέρισμα.

Σε τρεις μέρες θα περνούσε τις πύλες του Ηρωδείου και θα εμφανιζόταν μπροστά στο απαιτητικό του κοινό. Με μόνιμη ευλογία την αύρα της Ακρόπολης που ακίνητη θα έστεκε επιβλητική από πάνω του και τα βλέμματα των θεατών προσηλωμένα να μην τους ξεφεύγει καμιά λεπτομέρεια, θα έδινε το είναι του με όχημα το σώμα και την ψυχή του για να ερμηνεύσει το ρόλο που του ανατέθηκε. Ο ηλεκτρισμός της ατμόσφαιράς να τον γεμίζει ενέργεια και η υπόσταση του χώρου να τον κλυδωνίζει συναισθηματικά αλλά γόνιμα για την ενάσκηση του λειτουργήματός του. Στη σκέψη και μόνο των ιερών μαρμάρων που θα πατούσε, θα αναρριγούσε – ήταν σίγουρος – πάνω στη σκηνή και θα ρουφούσε τις δυνάμεις που θα του ασκούνταν απ’ την μαγεία της μίξης τόσων πολλών και έντονων αλληλοεπιδράσεων.

Η ώρα είχε πάει δώδεκα το βράδυ. Έκανε ένα μπάνιο για να χαλαρώσει απ’ τις τελευταίες πρόβες συντήρησης όπως συνήθιζε να τις αποκαλεί και έβαλε ένα ποτήρι ουίσκι. Αυτές οι πρόβες ποτέ δεν τον κουράζανε. Ήταν η συσσωρευμένη κούραση που του έβγαινε μόλις χαλάρωνε το σώμα του που δυστροπούσε. Ήταν το τελικό στάδιο πριν τον αγώνα. Έπρεπε να συμβεί. Η αποφόρτιση απ’ όλη τη πίεση της σκληρής δουλειάς στην προετοιμασία ήταν αναγκαία. Στα τελευταία σημεία που έδιναν έμφαση μαζί με τον σκηνοθέτη ήταν πάντα κάποια κομμάτια αδυναμιών ή και κρίσιμα για την επιτυχή παρουσίαση του έργου. Ένα ποτήρι ουίσκι ήταν ο ιδανικός σύντροφος για τα δύο προτελευταία βράδια πριν την παράσταση. Μόνο το τελευταίο βράδυ ήθελε να είναι αμόλυντος από οποιαδήποτε ουσία και κακή σκέψη.

Κάθισε στον αγαπημένο του καναπέ και πήρε το βιβλίο που είχε αφήσει ατελείωτο να το διαβάζει. Αν δεν είχε γίνει ηθοποιός σίγουρα θα είχε επιλέξει τη συγγραφή. Έχουν τόσα πολλά κοινά σημεία οι δύο τέχνες. Και στις δύο υποδύεσαι ρόλους και στις δύο οφείλεις στον εαυτό σου να τον αποδεσμεύσεις από κάθε τι ζημιογόνο απ’ την δημιουργική του ροή. Και ο ηθοποιός και ο συγγραφέας πρέπει να έχουν χάρισμα. Προσπαθούν και οι δύο για τον ίδιο σκοπό. Μάχονται για να πείσουν το κοινό για την γνησιότητα του ρόλου, της ιστορίας τους, θέλοντας να το κερδίσουν και όταν τελειώσει το έργο να φύγει γεμάτο, με την ψυχή γαλήνια και το πνεύμα προβληματισμένο. Το να γράφεις ή να παίζεις είναι λειτούργημα. Αν δεν βάζεις ψυχή δεν πρόκειται ποτέ η ουσία σου να βρει στεριά. Τεχνικές υπάρχουν πολλές, η δύναμη όμως αυτών που θέλεις να περάσεις στον αναγνώστη ή τον θεατή δεν θα έχει την ίδια ένταση. Καμιά φορά ένας ηθοποιός με ένα βλέμμα του καθηλώνει τον θεατή και περνάει πολλά περισσότερα πράγματα απ’ ότι θα μπορούσε να περάσει με χίλιες λέξεις. Το ίδιο ισχύει και για τον συγγραφέα. Μια φράση του μπορεί να περικλείει μέσα της όσα δεν είπε σε ολόκληρο βιβλίο.

Η ώρα πέρασε. Το βιβλίο είχε γύρει πάνω στην κοιλιά του. Το πρόσωπό του είχε πλαγιάσει κουρνιάζοντας στον αριστερό του ώμο και το ποτήρι του ήταν μισοάδειο έχοντας μέσα του αφημένο το νέκταρ του μυαλού. Σηκώθηκε απ’ τον καναπέ και ντύθηκε πρόχειρα. Φόρεσε το χειμωνιάτικό του ημίψηλο καπέλο με τον φαρδύ γείσο και βγήκε έξω.

Η νύχτα είναι μαγική γύρω απ’ την Ακρόπολη. Οι δρόμοι νωποί απ’ την υγρασία και η ατμόσφαιρα ενεργειακά ηλεκτρισμένοι απ’ τον μαγνήτη του ιερού ναού. Όλα φάνταζαν μια ερειπωμένη πόλη. Τα καλντερίμια γύρω απ’ το μουσείο άδεια με μοναδικούς διαβάτες κάτι γάτες που κάνανε την βραδινή τους εξόρμηση για εξεύρεση τροφής. Μπροστά απ’ το σπίτι του και απ’ την πλευρά του μετρό ο πεζόδρομος φωτεινός απ’ τις κολώνες που θύμιζαν άλλη εποχή, με τα φαναράκια να φέγγουν τη μυστηριώδη σαγηνευτική γωνιά της πρωτεύουσας και οι προβολείς της Ακρόπολης να θερμαίνουν τα ιερά μάρμαρά της. Μεγαλοπρεπής ο ιερός βράχος στεκόταν εκεί πάνω όπως συνήθιζε τα τελευταία δυόμισι χιλιάδες χρόνια.

Διάβηκε τα πρώτα μέτρα του πεζόδρομου μπροστά απ’ το διαμέρισμά του και μπήκε στην Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Ξαφνικά ένιωσε το μαγνητικό πεδίο της Ακρόπολης να τον έλκει. Σαν δυο διαφορετικοί κόσμοι να είχαν χωρέσει μέσα στους δυο δρόμους. Η αίσθηση της πολύβουης πόλης αμέσως φυγαδεύτηκε στον πολύφωτο πεζόδρομο και έδωσε τον χώρο της στην ιερή σιωπή του περίγυρου του μνημείου. Ο Μιχάλης άρχισε να προχωρά προς την κεντρική είσοδο του μουσείου. Τα πάντα ήταν έρημα σαν κάτι να έγινε ξαφνικά και να εξαφανίστηκε κάθε δείγμα ψυχής. Οσφράνθηκε με μια δυνατή εισπνοή τη γη με το βρεγμένο χώμα και ένιωσε στα σωθικά του τις γήινες αποχρώσεις. Γεύσεις από υγρά φύλλα του ήρθαν, χορτάρι που απέπνεε το οξυγόνο που είχε πιεί τη μέρα και κάτι το παλαιικό αισθάνθηκε καθώς κοιτούσε τις εικόνες γύρω του. Το στήθος του φούσκωσε χορταστικά και μετά από λίγο εξέπνευσε όλο τον αέρα απ’ τον οποίο είχε λεηλατήσει τις μυρωδιές του.

Δίπλα στην είσοδο του μουσείου της Ακρόπολης στέκονταν διαβρωμένα απ’ το χρόνο δύο νεοκλασικά κτίρια. Όμορφα καμωμένα, με τα περίτεχνα σχέδιά τους, τον αρχιτεκτονικό ρυθμό τους που θύμιζε κάτι μεταξύ αρχαίου και νέου κράταγαν συντροφιά τις έρημες νύχτες το ένα στο άλλο. Ένα φως ήταν αναμμένο στον προθάλαμο και των δυο σαν να ψιθύριζαν πως μέσα τους υπάρχει ζωή. Δυο νεανίδες στην είσοδο του ενός υποδέχονταν τους επισκέπτες, η μια απ’ τα αριστερά και η άλλη απ’ τα δεξιά, κουβαλώντας ένα κανάτι η καθεμιά πάνω στο κεφάλι τους. Πάνω στις μαρμάρινες κολώνες ήταν σμιλευμένες σαν να ήθελαν να κρατήσουν στερεή τη βάση της πύλης. Ένα σύγκρυο έπιασε τον Μιχάλη βλέποντας την μυστηριώδη έκφρασή τους. Το φως μέσα σαν να τρεμόπαιζε, κρυμμένο όμως καλά πίσω απ’ το θολό τζάμι της πόρτας της εισόδου δεν άφηνε τον Μιχάλη να διεισδύσει με την ματιά του πιο βαθιά. Κάποια στιγμή το βραδινό αεράκι έπεσε πάνω του και τον ξύπνησε απ’ τις σκέψεις δείχνοντάς του το δρόμο για το Ηρώδειο.

Άρχισε να περπατά προς το θέατρο ώσπου το βλέμμα του παρασύρθηκε πάλι από ένα ερειπωμένο νεοκλασικό κτίριο που έστεκε ορφανό σ’ ένα απ’ τα πολλά κάθετα δρομάκια της Διονυσίου Αρεοπαγίτου. Πήγε και στάθηκε μπροστά του. Η ξύλινη πόρτα ατημέλητη, ξεθωριασμένη απ’ τις μέρες που έμεινε ανέγγιχτη από ανθρώπινο χέρι και τα παραθυρόφυλλα αφημένα στη τύχη τους. Κάτω δεξιά, στο ισόγειο, το παραθυρόφυλλο ήταν σπασμένο. Μέσα έμπαινε το φως της νύχτας που έπαιζε περίεργα με τα φώτα της Ακρόπολης που φτάνανε αμυδρά μέσα στο άδειο δωμάτιο. Στο βάθος δοκάρια. Ένα άνοιγμα που κάποτε έκλεινε από κάποια πόρτα του τσίγκλησε τη φαντασία. Μια ψύχρα τον έπιασε, ένας φόβος για στοιχειωμένα σπίτια που άκουγε μικρός απ’ τη γιαγιά του ανέβηκε στο στήθος του και νευρικός άρχισε πάλι να ανηφορίζει για το Ηρώδειο. Καθώς ξεμάκραινε άκουσε έναν ήχο, σαν θρόισμα φύλλου, συρτή φωνή να του ψιθυρίζει «Προχώρα μπροστά. Το πεπρωμένο σου σε περιμένει».

Στο άνοιγμα του δρόμου, εκεί που ενώνεται με τον κεντρικό πεζόδρομο την Διονυσίου Αρεοπαγίτου, είδε φως να ξεπροβάλλει και ξάφνου κόσμος πολύς να περιμένει έξω απ’ το Ηρώδειο. Έτριψε τα μάτια του με τα δάκτυλά του και ξανακοίταξε πιο καθαρά τώρα. Ένας διάδρομος με φλόγες δεξιά και αριστερά εκτεινόταν απ’ το σημείο που βρίσκονταν μέχρι και το θέατρο. «Προχώρα και μη διστάζεις. Ο ρόλος σε περιμένει να τον ερμηνεύσεις», άκουσε τώρα να του μιλάει εκείνη η φωνή. Χαμένος από αυτό που του συνέβαινε, ενστικτωδώς δίχως σκέψη άρχισε να περπατάει ανάμεσα στις φλόγες προς τις φωνές που άκουγε στο βάθος. Προχωρούσε και από κάθε σημείο που διάβαινε οι φλόγες εξαφανίζονταν σαν να μην υπήρξαν ποτέ και όσο πλησίαζε τόσο οι ανθρώπινες φωνές ξεμάκραιναν και έσβηναν. Το σώμα του είχε αναρριγήσει εδώ και ώρα και η επιδερμίδα του είχε διεγερθεί ανήσυχη απ’ την ανάστατη ψυχή του. Το στόμα του είχε στεγνώσει και πάλευε με τη γλώσσα να βρει κάποιο απομεινάρι σάλιου για να υγρανθεί. Ο κρύος ιδρώτας τον είχε περιλούσει και ο ψυχρός αέρας μαστίγωνε το βρεγμένο του σώμα. Όμως η θέρμη του απ’ την αγωνία του αγνώστου ήτανε τόση που κάθε του βήμα αποτελούσε και ένα σκίρτημα στον θερμοστάτη της ύπαρξής του.

Έφτασε στα σκαλιά που οδηγούσαν στο θέατρο. Ο κόσμος και οι φωνές είχαν λιποτακτήσει. Ο διάδρομος που λίγο πριν τον οδηγούσε, τώρα ένιωθε πως ήταν απλά μια παραίσθηση. Αισθάνθηκε πάλι να ξαναγυρνά στη φυσιολογική του ζωή. Όμως ο τρόμος είχε εγκατασταθεί μέσα του. Όλες του οι αισθήσεις είχαν κατακόρυφα οξυνθεί και είχαν φτάσει τα όρια της ελαστικότητάς τους.

Κάθισε λίγο να χαζεύει την είσοδο στο Ηρώδειο, εκεί ακριβώς όπου είναι τα καμαρίνια των ηθοποιών. Παρατήρησε το μεγαλόπρεπο του χαρακτήρα του, ένιωσε το μεγαλείο αυτού του χώρου. Του γεννήθηκε το πάθος να μπει μέσα και να ανακαλύψει τους ρόλους της ζωής του. Εκείνα που τον φόβιζαν κι εκείνα που τον έκαναν να νιώθει άτρωτος. Εκείνα που τον έλκυαν βρίσκονταν εκεί μέσα στο σκοτάδι της σκηνής, περιστοιχισμένα απ’ τα μάρμαρα που η σιωπή τους ήταν χρυσός. Εκεί μέσα όμως βρίσκονταν κι εκείνα που τον φόβιζαν και τον κρατούσαν μια ζωή αποσκιρτημένο απ’ την ευτυχία των στιγμών.

Ένα κάλεσμα ένιωσε να δέχεται. Μια αύρα που ήρθε απαλά και χάιδεψε το ιδρωμένο μάγουλό του. Κοίταξε για μια τελευταία φορά την επιβλητική είσοδο και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι του θεάτρου.

Η Ακρόπολη πάντα στέκει εκεί στον βράχο για να φωτίζει τα διψασμένα πνεύματα. Οι σκιές μέσα στο Ηρώδειο που άφηναν τα φώτα της να διαφανούν είχαν κάτι απ’ την αύρα της. Ο Μιχάλης περπάτησε πάνω στη σκηνή όπου ήταν σχεδόν έτοιμη να τον υποδεχτεί και κοίταξε περιμετρικά το χώρο. Αυτή η σιωπή που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή ήταν κάτι το ασύλληπτο σε αίσθηση. Γύρισε όλο τον περίχωρο με το βλέμμα του και κοκάλωσε στη θέα της Ακρόπολης. Την κοίταξε καλά, με βλέμμα βαθύ, διεισδυτικό και άρχισε να παίζει το ρόλο του.

Όσο έπαιζε ένας θεός τον ευλογούσε από πάνω. Έπαιζε και δεν σκεφτόταν τίποτα. Έδενε αρμονικά τις κινήσεις του σώματός του, με τις εκφράσεις του προσώπου του δίνοντας τον καλύτερό εαυτό του στην χροιά της φωνής του και στην ένταση του τόνου του στα σημεία που χρειαζόταν. Και άξαφνα σαν να ξύπνησε απ’ το όνειρο που ένιωθε ότι ζούσε άρχισε να βλέπει ανθρώπους. Άρχισε να αισθάνεται προσηλωμένα βλέμματα πάνω του και τα φώτα άναψαν. Η ατμόσφαιρα έγινε ζεστή, οι ψυχές έδωσαν πνοή στα μάρμαρα και ο Μιχάλης σάρωνε το μυαλό των θεατών με την υποδειγματική του ερμηνεία. Ρόλος για έναν και απόλαυση για πολλούς. Ούτε ψίθυρος δεν ακουγόταν μέσα στο θέατρο παρά μόνο η φωνή του Μιχάλη που έβγαινε στεντόρεια και αρρενωπή απ’ την ανάσα των πνευμόνων του και των καλογυμνασμένων φωνητικών του χορδών. Το βλέμμα του σπινθήριζε από ακτινοβολία γεμάτη ουσία και το σώμα του ακολουθούσε το μυαλό του που τώρα διεγερμένο δούλευε στα άκρα. Η αφόρητη πίεση που ένιωθε τις τελευταίες μέρες τώρα εκτονωνόταν δημιουργικά στον υπέρτατο βαθμό των ικανοτήτων του. Ο αναβρασμός της λάβας του που τον ταλαιπωρούσε τόσες μέρες βρήκε τη θάλασσα να ξεχυθεί και να σβήσει μέσα της. Η υπερένταση που είχε και ένιωθε να τον κατατρώει διοχετευόταν τώρα σε ενέργεια κινητήριο για το παίξιμο του ρόλου.

Ώσπου μια τελευταία λέξη βγήκε απ’ τα χείλη του, έντονη και απότομη σαν να έσκιζε με τη φωνή του τον αέρα και έπεσε στη βάση της σκηνής αποκρύβοντας το βλέμμα του απ’ τους θεατές. Κάποια δευτερόλεπτα σιγής επικράτησαν και ύστερα ο κόσμος ξέσπασε σε ζητωκραυγές και χειροκροτήματα. Ο Μιχάλης στέκονταν πεσμένος στο κέντρο της σκηνής και προσπαθούσε να τιθασεύσει την κουρασμένη αναπνοή του. Σήκωσε το βλέμμα και αντίκρισε αυτό που πάντα ονειρευόταν να γευτεί. Διέκρινε, όσο μπορούσε να δει, στα βλέμματα των θεατών την χαρά της παίδευσης που γεύτηκαν. Σηκώθηκε και με μια βαθειά υπόκλιση ευχαρίστησε τον κόσμο για τον σεβασμό του στην τέχνη και τον ίδιο. Η ευτυχία είχε χαραχτεί στο πρόσωπό του. Πως θα μπορούσε να κοιμηθεί άραγε σήμερα έπειτα από τέτοια χαρμόσυνη ένταση;

Ο ήχος της τρομπέτας άρχισε να ακούγεται και άνοιξε τα μάτια του που τα είχε σφαλιστά όλη τη νύχτα. Παραξενεμένος κοίταξε το βιβλίο που ακόμα κρατούσε στα χέρια του και ήταν γυρτό στην κοιλιά του και ύστερα το βλέμμα του έπεσε στο μισοάδειο ποτήρι του. «Τελικά όνειρο ήταν ε;» είπε στον εαυτό του. «Τελικά όνειρο ήταν» επιβεβαίωσε στον μισοξύπνιο οργανισμό του. Η βραχνή αλλά συνάμα απαλή σαν χάδι μελωδία της τρομπέτας ακουγόταν απ’ το διαμέρισμα του ενοίκου του δεύτερου ορόφου που είχε βαλθεί φαίνεται να τον επαναφέρει στην πραγματικότητα. Εκείνη η μελωδία ήταν που ένιωσε να τον συντροφεύει κατά τη διάρκεια της ερμηνείας του ρόλου του. Ίσως τελικά του έλειπε η μελωδία στη ζωή και δεν κατόρθωνε ν’ αφήνει τον εαυτό του να λειτουργεί απερίσπαστος από σκέψεις.

ΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ
13-06-2011
ΑΡΙΣΤΟΤΕΧΝΙΚΗ ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠ’ ΤΟΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ ΘΕΑΤΡΙΚΟ ΗΘΟΠΟΙΟ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΤΗ ΤΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ ΜΙΧΑΛΗ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟ

Εχθές 12 Ιουνίου 2011 ημέρα Σάββατο ο εξαίσιος ηθοποιός Μιχάλης Ηλιόπουλος πρόσφερε μια εκπληκτική παράσταση στο φιλοθεάμον κοινό. Η ερμηνεία του καθήλωσε τους θεατές που είχαν κατακλύσει το Ηρώδειο, αφήνοντας αμήχανους κάποιους κακεντρεχείς κριτικούς που είχαν μείνει αποστομωμένοι απ’ την συνολικά παραδεχόμενη εξαιρετική ερμηνεία του ηθοποιού. Θα μπορούσαμε να θέσουμε κάλλιστα το ερώτημα αν ο ρόλος αυτός φτιάχτηκε για τον κύριο Ηλιόπουλου ή ο κος Ηλιόπουλος έφτιαξε τον ρόλο. Όλη η σκηνική του παρουσία ήταν…

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Ανώνυμος λέει:

    Άριστο διήγημα από κάθε πλευρά Γιάννη. Έπιασες μοναδικά το σφυγμό ενός μοναχικού και αταλάντευτα αδιαπραγμάτευτου δημιουργού. Απόλαυσα επιπλέον ένα ατμοσφαιρικό σεργιάνι στα πέριξ της Ακρόπολης!…

  2. Άριστο διήγημα από κάθε πλευρά Γιάννη. Έπιασες μοναδικά το σφυγμό ενός μοναχικού και αταλάντευτα αδιαπραγμάτευτου δημιουργού. Απόλαυσα επιπλέον ένα ατμοσφαιρικό σεργιάνι στα πέριξ της Ακρόπολης!…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s