Ο Κλιματισμός Είναι Αναγκαίος

Posted: Ιανουαρίου 14, 2012 in Διηγήματα

imgresΤο γραφείο του κύριου Ευσταθίου βρισκόταν ακριβώς δίπλα απ’ του διευθυντή των αποθηκών. Βαμμένο άσπρο με το χρώμα να έχει σκουρύνει απ’ την πολυκαιρία και τα πολλά τσιγάρα του κύριου Ευσταθίου φάνταζε απρόσιτο στον κάθε επισκέπτη. Συνήθως αν κάποιος τύχαινε να περάσει απ’ το γραφείο αυτό, αντίκριζε τον κύριο Ευσταθίου καταχωνιασμένο κάτω απ’ την χαρτούρα για τον έλεγχο που έπρεπε να κάνει κάθε μέρα στις αποθήκες. Δεν ήταν λίγες οι φορές που τα γυαλιά του σχεδόν ακουμπούσαν το μελανιασμένο χαρτί και η μύτη του ερωτοτροπούσε με τον πολτό που τώρα είχε πάρει στερεή μορφή. Το τσιγάρο μονίμως αναμμένο δίπλα του στερεωμένο σ’ ένα τασάκι που ποτέ δεν ήταν άδειο από αποτσίγαρα συντελούσε στην ανύψωση του λόφου που η πρότερη στάχτη είχε δημιουργήσει. Το πουκάμισο του κύριου Ευσταθίου ήταν πάντα ασιδέρωτο λες και διαρκώς κάποιος τον κυνηγούσε και δεν τον άφηνε να ετοιμαστεί απερίσπαστο ντύνοντας τον εαυτό του αξιοπρεπώς. Σε όλη αυτή την ακαταστασία και την ακαθαρσία έρχονταν να ολοκληρώσουν την άθλια εικόνα που παρουσίαζε το γραφείο του που κάλλιστα οδηγούσε στο συμπέρασμα της βρώμας, οι ελάχιστες λιγδωμένες τρίχες του κου Ευσταθίου που σαν πλοκάμια απλώνονταν απ’ την μια πλευρά της κεφαλής του στην απέναντι λες και προσπαθούσαν να γραπώσουν το θύμα τους. Ο συνδυασμός βέβαια της σκόνης με το μονίμως ιδρωμένο κεφάλι του κου Ευσταθίου δημιουργούσε μια καράφλα απολύτως αηδιαστική.

Τριάντα χρόνια στο επάγγελμα του αποθηκάριου ο κύριος Ευσταθίου ποτέ του δεν έλειψε μια μέρα για λόγους ασθενείας. Η προσκόλλησή του στην τακτοποίηση και έλεγχο της αποθήκης που συνεχώς γέμιζε και άδειαζε τον έκανε πιστό στο καθήκον. Τώρα στα πενήντα του, μιας και οικογένεια δεν είχε κατορθώσει να αποκτήσει, προσπαθούσε να διοχετεύει την ενέργειά του στη δουλειά που τόσα χρόνια του χάρισε την άνεση στη ζωή.

Στον εργασιακό του χώρο ποτέ δεν συνάντησε δυσκολίες και όσες φορές πήγαινε κάτι να μπει εμπόδιο στη συνηθισμένη και ομαλή ροή των πραγμάτων πάντα κάτι τύχαινε και το εξαφάνιζε ως δια μαγείας. Τα μάτια του είχαν δει άπειρα εμπορεύματα, πρώτες ύλες και εργαλεία και η μνήμη του άθελά της είχε αποθηκεύσει πολλές αράδες αριθμών απ’ αυτά. Η μαθηματική του ενασχόληση ξεκίναγε και σταματούσε στην μέτρηση των ποσοτήτων. Μέσα στα τριάντα χρόνια της επαγγελματικής του καριέρας πολλούς συναδέλφους του είδε να αποχωρούν, άλλους οικειοθελώς άλλους χωρίς τη βούλησή τους, ενώ η καρέκλα του προϊσταμένου του αρεσκόταν στην διαρκή ανανέωση. Παρ’ όλη όμως την συχνή εναλλαγή προσώπων με μόνον έναν διευθυντή είχε βρεθεί σε αντιπαράθεση. Αυτός τύχαινε να είναι ο τωρινός ο κος Πεταράκης. Από την πρώτη μέρα ετούτη η συνύπαρξη φάνηκε να μην έχει ευοίωνο μέλλον.

-Κύριε Ευσταθίου να σας συστήσω. Από εδώ ο κος Πεταράκης ο νέος σας διευθυντής, του είχε πει μια ανοιξιάτικη μέρα ο κος Μαρκάκης υπεύθυνος του τμήματος προσωπικού.

Ο κος Ευσταθίου την θυμόταν καλά εκείνη τη μέρα. Είχε σηκωθεί πιασμένος απ’ την καρέκλα του γραφείου του και με το ιδρωμένο του χέρι είχε σφίξει την παλάμη του κου Πεταράκη. Εκείνη η ξινίλα που έβγαλε εκείνη τη στιγμή ο κος Πεταράκης του μετέφερε μια αίσθηση αντιπάθειας μιας και πάντα προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του πως τα ιδρωμένα χέρια του δεν οφείλονταν από μια δυσλειτουργία του οργανισμού του αλλά απ’ την υπερβολική προσπάθεια που κατέβαλλε μέσα στη ζέστη του μικρού χώρου όπου βρισκόταν το γραφείο του.

Από τότε η απέχθεια των δύο ήταν αμοιβαία. Ο κος Ευσταθίου πρώτη φορά στη ζωή του συναντούσε έναν τόσο ξινισμένο άνθρωπο και ο κύριος Πεταράκης πρώτη φορά έβλεπε έναν τόσο γλοιώδη άνθρωπο. Η σχέση τους απ’ την αρχή μπήκε σε ένα κανάλι επικοινωνίας καθαρά τυπικό και όλα κυλούσαν αρμονικά μέχρι τη στιγμή που συνέβηκε το μοιραίο γεγονός.

Δύο καλοκαίρια μετά είχε έρθει αρκετό εμπόρευμα που ανέμεναν να διώξουν γρήγορα. Εκείνη τη χρονιά οι παραγγελίες πήγαιναν περίφημα και η μεγάλη ζήτηση έκανε τους υπαλλήλους της εταιρείας να δουλεύουν με πάθος δίχως να σηκώνουν το κεφάλι ούτε για μια κουβέντα. Ο εμπορικός διευθυντής της εταιρείας ήταν εξαιρετικά ικανοποιημένος απ’ τις πωλήσεις και ο γενικός έβλεπε όλους τους τομείς να λειτουργούν συγχρονισμένα, άρτια και απόλυτα αρμονικά βάσει του χρονοδιαγράμματος που είχε καθοριστεί. Η λειτουργία της εταιρείας βρίσκονταν στα φόρτε της και η αποθήκη συνέχιζε να μαζεύει και να διώχνει υλικά. Ο κος Ευσταθίου μονίμως χωμένος μέσα στους υπολογισμούς του με μοναδικά διαλείμματα τις στιγμές που πήγαινε να ελέγξει από κοντά τα εμπορεύματα και ο κος Πεταράκης σε κατάσταση υπέρβασης των ασθενικών του νεύρων. Η πίεση της δουλειάς συσσωρευόταν στα χαμηλά επίπεδα του κτιρίου της εταιρείας και ο κος Πεταράκης όντας υπεύθυνος στην αποθήκη δυσκολευόταν ιδιαιτέρως να προσαρμοστεί στους νέους ρυθμούς. Η ξινίλα του είχε αρχίσει να διογκώνεται και τα μούτρα του είχαν κατεβεί αισθητά, πολύ πιο κάτω απ’ την φυσιολογική τους θέση. Λογικό ήταν σε τέτοιες δύσκολές περιόδους μια σχέση εξ αρχής ετοιμόρροπη να αρχίσει να κλονίζεται κατευθείαν απ’ τα θεμέλια. Ο κος Πεταράκης άρχισε να γίνεται υπερβολικά απαιτητικός και ο κος Ευσταθίου υπήρχε πλέον στον χώρο ως εκτονωτικός σάκος του μποξ για τον διευθυντή του. Η αρμονία της εργασίας του κύριου Ευσταθίου είχε αρχίσει να χάνεται και ένας άνθρωπος που τόσα χρόνια είχε μάθει να δρα και να λειτουργεί υπό συγκεκριμένες συνθήκες και συμπεριφορές είχε αρχίσει να ενοχλείτε εντόνως. Τα χέρια του τώρα έσταζαν, ότι τυπωμένο χαρτί έπιανε κινδύνευε άμεσα να καταστραφεί και οι αραιές του τρίχες στο κεφάλι μειωμένες αισθητά λίγδωναν όλο και περισσότερο.

Εκείνη τη μοιραία μέρα λοιπόν ο κος Πεταράκης είχε φωνάξει στο γραφείο του τον κύριο Ευσταθίου. Ο δεύτερος είχε παρουσιασθεί ως συνήθως καθυστερημένος στην είσοδο του γραφείου με την δεδομένη πλέον εμφάνιση και κοιτώντας τον κύριο Πεταράκη μέσα απ’ τα μυωπικά του γυαλιά αναρωτιόταν τι ήταν το τόσο σημαντικό ώστε να διακοπεί η τόσο πολύτιμη για την εταιρεία εργασία του.

-Κύριε Ευσταθίου καθίστε, του είχε πει ο κος Πεταράκης. Μην στέκεστε στην πόρτα. Θα περάσει κανείς και θα νομίζει πως σας επιπλήττω.

«Δεν μας παρατάς ρε ξινιάρη» είχε σκεφτεί ο κος Ευσταθίου. «Πόσο καιρό πλέον θα ανέχομαι τα άνοστα αστεία σου» είχε αναρωτηθεί. Ο δε κος Πεταράκης βλέποντάς τον τυλιγμένο στο πέπλο της λίγδας και της βρώμας αμέσως μετάνιωσε για την υπερβολική του ευγένεια και αισθάνθηκε ακόμα πιο ανόητος από μια ιδέα άσχημης οσμής που έφτασε στα ρουθούνια του.

-Κύριε Ευσταθίου.

-Κύριε Πεταράκη, απάντησε ειρωνικά ο κος Ευσταθίου.

-Σας κάλεσα εδώ σήμερα, είπε κάπως ξινισμένος ο κύριος Πεταράκης πιάνοντας την ειρωνική χροιά του λόγου του κύριου Ευσταθίου, για να σας επιστήσω την προσοχή σας στην μεταχείριση των τυπωμένων χαρτιών. Αγαπητέ πρέπει κάποια στιγμή να αντιληφτείτε πως τα χαρτιά αυτά δεν τα αγγίζει μόνον η αφεντιά σας. Δευτερευόντως τα μεταχειρίζομαι εγώ και ύστερα όπως αντιλαμβάνεστε και οι συνάδελφοι απ’ το λογιστήριο. Όταν λοιπόν αυτά τα πολύτιμα, ας τα πούμε έγγραφα, φτάνουν στα χέρια μου μισοσβησμένα τότε πως θα μπορέσει η δουλειά μας να προχωρήσει φυσιολογικά όταν πια δυσκολευόμαστε όλοι μας να διακρίνουμε το τι είναι τυπωμένο.

-Μα κύριε Πετα… πήγε να αρθρώσει μια κουβέντα ο κύριος Ευσταθίου αλλά συνέχισε να μιλάει ο κύριος Πεταράκης σαν να μην είχε ακούσει τίποτα.

-Το λοιπόν επομένως, κύριε Ευσταθίου, είναι ότι θα πρέπει να επιστήσετε ιδιαιτέρως την προσοχή σας σ’ αυτό το κομμάτι της δουλειάς σας. Και ορίστε ένα δείγμα, και αμέσως έβγαλε μια κόλλα χαρτί απ’ το συρτάρι του και το έφερε κατάμουτρα στον κύριο Ευσταθίου. Η κίνηση αυτή του κύριου Πεταράκη τον έκανε να ξινίσει ακόμα περισσότερο όταν στην άκρη των δακτύλων του αισθάνθηκε μια μείωση της τριβής από μια στρώση λίγδας πάνω στο χαρτί και είδε καθώς τίναζε το χαρτί μπροστά στη μούρη του κύριου Ευσταθίου μια τρίχα κατσαρή και μακρουλή να εκσφενδονίζεται απ’ το μισοσβησμένο χαρτί.

Η προσβολή ξεπερνούσε κάθε όριο ακόμα και για τον πράο αλλά ακατάστατο και αντίμαχο της καθαριότητας κύριο Ευσταθίου ώστε κατέστη ακατόρθωτο να μην δοθεί μια απάντηση στον ίδιο τόνο και ύφος.

-Κύριε Πεταράκη κατ’ αρχάς εν πρώτης θα σας έλεγα πως διακρίνω άριστα το τι γράφει ετούτη εδώ η κόλλα που μου την φέρατε τόσο κοντά ώστε να γευτώ σχεδόν την ξινίλα που της μεταβιβάσατε και κατά δεύτερον θεωρώ πως η απαίτησή σας είναι υπερβολική από έναν υπάλληλο σαν κι εμένα ο οποίος πάντα δρούσα προς όφελος της εταιρείας. Σας παραπονέθηκε κάποιος συνάδελφος εκ του λογιστηρίου και μου απαιτείτε κάτι που στηρίζεται σε ανυπόστατες αιτίες;

-Μου αρκεί κύριε Ευσταθίου που δυσκολεύομαι εγώ να διακρίνω απ’ το κατ’ αρχάς ιδρωμένο και μετά στεγνωμένο χαρτί τα τυπωμένα γράμματα και αριθμούς του! Επίσης δεν σας επιτρέπω να μου μιλάτε σε τέτοια γλώσσα! Είμαι ανώτερός σας και απαιτώ να με σέβεστε και είμαι άνθρωπος και δεν ανέχομαι τη λίγδα!!!

Ο κύριος Πεταράκης είχε σηκωθεί όρθιος μετά τα οργισμένα λόγια που εξέφερε και με τον δεξιό του δείκτη σηκωμένο και κινούμενο μπροστά απ’ τον κύριο Ευσταθίου σχεδόν τραύλιζε απ’ τα νεύρα του. Η κατάσταση της ψυχικής του υγείας δεν ήταν καλή και μια νευρίτιδα είχε εμφανιστεί εντόνως στην δεξιά πλευρά του πάνω χείλους του παρουσιάζοντας μια εξαιρέτως κωμική εικόνα αφού κάθε λίγο και λιγάκι αποκαλύπτονταν τα λεκιασμένα του δόντια. Εκείνη τη στιγμή σηκώθηκε και ο κύριος Ευσταθίου απ’ την καρέκλα και αφήνοντας μια δυνατή πορδή του είπε με μια εκνευριστική απάθεια.

-Θα σας σύστηνα, κύριε Πεταράκη, να μασουλάτε κανέναν κύβο ζάχαρης αραιά και που προς αποφυγή πτώσης της γλυκόζης σας στο αίμα και αν θέλετε στεγνά και καθαρά χαρτιά δεν έχετε παρά να τοποθετήσετε στο γραφείο μου κλιματισμό. Ο φόρτος εργασίας πάντα με έκανε να ιδρώνω αλλά η ξινίλα επιτάχυνε τον κρύο ιδρώτα των χεριών μου, και τραβώντας μια παλαμιά πάνω στις μακριές βρώμικες τρίχες του κεφαλιού του έσφιξε το τεταμένο χέρι του κύριου Πεταράκη. Ό,τι σοβαρό με χρειαστείτε παρακαλώ θα είμαι στο ζεστό μου γραφείο.

Ο κύριος Πεταράκης είχε μείνει στήλη άλατος και αδύναμος να αντιδράσει απ’ το ακυβέρνητο νευρικό του σύστημα έμεινε να κοιτά με αηδία την πλέον λιγδιασμένη παλάμη του. Κάποια δευτερόλεπτα μετά ακούστηκε απ’ το γραφείο του η τσιριχτή φωνή του που έδειχνε φανερά πως μόνο μια κατασταλτική ένεση θα μπορούσε να τον επαναφέρει σε φυσιολογικά επίπεδα.

-Θα βρεθείτε προ εκπλήξεως!!!!

«Δυσάρεστης ή ευχάριστης» αναρωτήθηκε ο κύριος Ευσταθίου καθώς ήταν οφθαλμοφανές πως η συνύπαρξή τους πλέον ήταν κάτι το αδύνατο λόγω της βαριάς κατάστασης του κύριου Πεταράκη.

Ο κύριος Πεταράκης εκείνη τη μέρα έφυγε με τέσσερις ρόδες συνοδευόμενος από ψυχιάτρους και οι βρώμικοι τοίχοι της αποθήκης δεν τον ξαναντικρύσανε. Η δουλειά επανήλθε στους φυσιολογικούς της ρυθμούς και ο κύριος Ευσταθίου συνέχισε να λιγδώνει και να λεκιάζει τα τυπωμένα χαρτιά για την όποια κατάστασή τους ουδείς παραπονέθηκε ξανά.

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Άρης Καραγεώργος λέει:

    Γευστικότατος ήσουν Γιάννη!… Δημιούργησες δύο πειστικές και απολαυστικές φιγούρες υπαλλήλων – με σχέση προϊσταμένου, υφισταμένου – τόσο ετερόκλητων μεταξύ τους!… Κωμικοί και οι δύο στην υστερία τους, με πλημμύρισαν θυμηδία. Γέλασα πολύ!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s