«Ο Ιβάν και τα σκυλιά»… και μια βόλτα στη νυκτερινή Αθήνα

Posted: Απρίλιος 4, 2012 in Τέχνη

imgresΜέρος Πρώτο: Αισθήσεις

Τα φώτα έκλεισαν. Η σιωπή απλώθηκε ιερά. Μισό λεπτό μείναμε στο σκοτάδι, ανυπόμονοι να δούμε τον πρωταγωνιστή να βγαίνει στη σκηνή κι αριστερά μια πόρτα φωτίστηκε για να μας κεντρίσει το ενδιαφέρον. Ο Άρης Σερβετάλης βγήκε και περπατώντας προς το κέντρο της σκηνής άρχισε να μονολογεί.

Η σκηνή γεμάτη μ’ ένα χρώμα βουβό, πλησίον του μαύρου, μ’ ένα κρεβάτι διπλό, από εκείνα τα σιδερένια τα παλιά. Ένα μαξιλάρι κι ένα σεντόνι ζέσταιναν το στρώμα. Ο Σερβετάλης ντυμένος λιτά κι αθλητικά περπατούσε με τα χέρια στις τσέπες, βλέποντας κυρίως στο δάπεδο τα πόδια του, που βημάτιζαν ασθενικά και συρτά, και κάπου κάπου γυρίζοντας προς τους θεατές, κοιτούσε αόριστα αφηγούμενος τη ζωή του ήρωα του έργου.

Μια πρώτη αίσθηση διερεύνησης πέρασε απ’ το μυαλό μου, στην προσπάθειά μου να προσεγγίσω και να καταλάβω, περισσότερο με την διαίσθηση και λιγότερο με τη γνώση, την ικανότητά του στην υποκριτική. Ο ρόλος δύσκολος – μονόλογος – δυσχέρανε και τη δική μου κρίση. Μια λεπτή, σχεδόν παιδική φωνή, με επηρέασε αρνητικά στην πρώτη μου εντύπωση.

Το πρώτο μισό του έργου κύλισε αργά δίχως ένταση. Η ιστορία περίεργη, δεν ξεπερνούσε σε βάθος μια αφήγηση. Η αληθινή ιστορία ενός «Μόγλη» της δεκαετίας του `90, ενός κακοποιημένου παιδιού που επέζησε στους δρόμους της Μόσχας χάρη σε μια αγέλη σκύλων. Απ’ τη μέση της διάρκειας όμως και μετά, η συνειδητοποίηση του παιδιού πως η αθώα ψυχή και το καθάριο ένστικτο της ζωώδης φύσης των σκύλων, το αγκάλιασαν και το έσωσαν απ’ τον άγριο κι άτεγκτο κόσμο των ενηλίκων, ανέτρεψε την άπνοια των συναισθημάτων που ίσως υπήρχε μέχρι τότε. Το γεγονός ότι, ο ηθοποιός από πράος αφηγητής έφτασε στην παχύρευστη, άγρια και απότομη εκδήλωση των ενστίκτων του ήρωα, εκτίναξε την δυναμική του σεναρίου-αληθινής ιστορίας. Το τέλος απερίγραπτα συγκινητικό κι ανθρώπινο. Η ανακάλυψη, μέσα απ’ τα μάτια ενός άλλου σκυλιού, πως αυτό που το παιδί έβλεπε και το έκανε να νοιώθει θαλπωρή κι ασφάλεια, ήταν η αγνότητα κι η άδολη αγάπη που δείχνουν τα ζώα και που αυτό δεν είναι χαρακτηριστικό ενός μόνο ζώου αλλά όλων, αποτέλεσε την κορύφωση αλλά και την λύτρωση του μικρού ήρωα.

Η υποκριτική δυναμική και τέχνη του Σερβετάλη, πραγματικά καθηλωτική σε κάποια σημεία έντονης διαφοροποίησης κι εναλλαγής των συναισθημάτων του μικρού παιδιού. Εξαιρετική κινησιολογική παράσταση, αρμονία πολύ καλά δουλεμένη κι ηθοποιία εντελώς ισορροπημένη σε ένα ήρεμο, σχεδόν απαθές μονόλογο, με εκρήξεις συναισθημάτων.

Η άποψή μου για ένα έργο, θα μπορούσα να πω, λιτό και απέριττο, με χρονική διάρκεια τέτοια, που να με κάνει να σκεφτώ πως ήταν όση χρειαζόταν για να μπορέσει ο σκηνοθέτης να εκφράσει το πνεύμα του σεναριογράφου και να δώσει τον ανάλογο χώρο στον ηθοποιό να εξυψώσει το έργο, ήταν τουλάχιστον θετική. Ήταν μια παράσταση που την έχει ανάγκη το φιλοθεάμον κοινό. Ο Άρης Σερβετάλης εκτός από ικανός ηθοποιός είναι και ιδιαίτερα σεμνός άνθρωπος, πράγμα που το έδειξε κι αμέσως μετά το τέλος του έργου με τον τρόπο που μας ευχαρίστησε. Θα προσέθετα πως το δείχνει διαχρονικά απ’ την πορεία του στο χώρο της υποκριτικής.

Είμαι ευτυχής που μου δόθηκε η ευκαιρία να παρευρεθώ και να παρακολουθήσω μια τέτοια αξιολογότατη παράσταση!

 

Μέρος Δεύτερο: Συναισθήματα

Οι διαδρομές στην Αθήνα πάντα μου αρέσανε. Πια, μου έχουν γίνει ανάγκη και συνήθεια μαζί. Μια τέτοια διαδρομή ακολούθησα, μαζί με τη σύντροφό μου, εκείνη τη μέρα, μετά την παράσταση «Ο Ιβάν και τα σκυλιά».

Ύστερα από μια καλή παράσταση, με τις αισθήσεις διεγερμένες και τα συναισθήματα τσιγκλημένα, δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από μια βόλτα περπατώντας. Διαδρομή τυχαία, όπου ο δρόμος και τα κτίρια μας οδηγούσαν. Να συζητήσουμε για το έργο, να αφήσουμε μέσα μας να κυκλοφορήσει και να γίνει χημεία με τις πλούσιες εικόνες της πρωτεύουσας. Να κυοφορήσει ο σπόρος της αλχημείας.

Θέατρο «Αμιράλ», Ακαδημίας 10, Κολωνάκι, ώρα 22:30. Το θέατρο άδειαζε απ’ την μάζα των θεατών. Οι δυο μας μείναμε έξω απ’ την είσοδο.

-Πάμε μια βόλτα; μου πρότεινε η Μαντώ.

-Και δεν πάμε; της απάντησα με μορφή ερώτησης.

Πιαστήκαμε αγκαζέ και κάναμε αριστερά στην Αμερικής, προς Πανεπιστημίου.

 

Η Αθήνα είναι πανέμορφη τη νύχτα. Με τα φώτα αναμμένα, ανακαλύπτω πάντα κάτι καινούργιο που δεν το είχα παρατηρήσει. Μια γωνία όμορφη, ένα κτίριο νεοκλασικό, που μου φάνηκε πως ξεφύτρωσε μόλις εχθές, ένα στενό με ένα ωραίο μαγαζί, ένας πεζόδρομος που ποτέ δεν έτυχε να τον περπατήσω. Ο κόσμος λιγοστός, αραιά και που τυχαίνει να δεις κάποιον να περπατά στα πεζοδρόμια, τέτοια ώρα και μερικά αυτοκίνητα διασχίζουν τους έρημους δρόμους.

 

Πήραμε την Πανεπιστημίου ευθεία προς την Ομόνοια. Διασχίσαμε κάθετα την Ομήρου και την Σινά και φτάσαμε στην φωταγωγημένη Ακαδημία Αθηνών. Ένα κομψοτέχνημα που δυστυχώς δίπλα του στέκουν παράταιρα κτίρια σύγχρονα, κακοφτιαγμένα. Αν καταφέρεις όμως να συγκεντρώσεις το βλέμμα σου σε κείνο το κτίριο, όπως και στα διπλανά του, το Πανεπιστήμιο και την Εθνική Βιβλιοθήκη, θα δεις πόσο ακόμα πιο όμορφη θα μπορούσε να είναι αυτή η πόλη.

Η Ακαδημία Αθηνών! Ένα κτίριο εκπληκτικής τεχνοτροπίας. Νεοκλασικό με χαρακτηριστικά ιωνικού ρυθμού. Αποτελεί ένα κομψοτέχνημα, πλούτος για την πόλη μας! Το γλυπτά, στο μεγαλύτερο μέρος τους έργο του γλύπτη Λεωνίδα Δρόση (1843-1884), που το διακοσμούν, με έκαναν να χαθώ μέσα στην γαλήνη της νυκτερινής Αθήνας. Το μόνο που ήθελα εκείνη την ώρα ήταν να ρουφάω ότι μπορούσα με τα μάτια μου. Τ’ απομεινάρια απ’ την θεατρική παράσταση, που είχαν καλλιεργήσει και ηρεμήσει το πνεύμα μου, δρούσαν λυτρωτικά μαζί με την εικόνα που έβλεπα εκείνη τη στιγμή.

Την επόμενη μέρα έμαθα, μέσω του διαδικτύου, πως η γλυπτική διακόσμηση στο αέτωμα των προπυλαίων της Ακαδημίας αναπαριστά την γέννηση της Αθηνάς, έργο του Δρόση, βασισμένο σε σχέδιο του μεγάλου Αυστριακού ζωγράφου Karl Rahl, το οποίο μάλιστα είχε αποσπάσει το πρώτο βραβείο στην έκθεση της Bιέννης το 1872. Από πόσα σπουδαία πράγματα περνάμε μπροστά καθημερινά και μας αφήνουν αδιάφορους κι απαθής!

Επιβλητικά στέκονταν, σαν φύλακες της Ακαδημίας, τα αγάλματα του Απόλλωνα κιθαρωδού (δεξιά), ύψους 3.71 μ., και της Αθηνάς Προμάχου (αριστερά),ύψους 4.11 μ., τα οποία στήθηκαν επάνω σε δύο στήλες ιωνικού ρυθμού, συνολικού ύψους 23.25 μ., δεξιά κι αριστερά του προστύλου του μεγάρου. Τέλος, το αριστοκρατικό του κτίσματος της Ακαδημίας ολοκλήρωναν ακόμα δύο αγάλματα, σημαντικών ελλήνων, που δίδαξαν με τη ζωή και τη θεωρία τους. Αριστερά, στον προαύλιο χώρο της εισόδου της Ακαδημίας, έστεκε καθιστό, σαν να στοχαζότανε, το άγαλμα του Πλάτωνα και δεξιά του Σωκράτη. Και τα δύο ύψους 2.40 μέτρων. Διάβασα πως, τα προπλάσματα των αγαλμάτων αυτών εκτελέσθηκαν επίσης από τον Δρόση, σμιλεύθηκαν όμως σε πεντελικό μάρμαρο από τον Ιταλό γλύπτη Piccarelli, και το 1885 τοποθετήθηκαν στον χώρο που βρίσκονται σήμερα. Στον ίδιο χώρο επίσης, βρίσκονταν μαρμάρινοι φανοστάτες που κοσμούνταν, στις τέσσερες πλευρές της βάσης τους, με ανάγλυφες κεφαλές του Δία, και στις τέσσερες γωνίες με ολόγλυφες γλαύκες.

Όλη αυτή η καλαισθησία δρούσε σαγηνευτικά πάνω μου στον υπερθετικό βαθμό. Ένας υπέροχος κόσμος αγρυπνά εκείνη την ώρα στην Αθήνα. Η τεχνοτροπία – βασισμένη στην αρχαιότητα – μυστηριακή.

Κοντοσταθήκαμε για λίγο μπροστά απ’ την Ακαδημία και γευτήκαμε με τα μάτια το μεγαλείο της καλής αρχιτεκτονικής. Αναπνεύσαμε, είδαμε, αναζωογονηθήκαμε. Το ήδη ερεθισμένο πνεύμα μας παρασύρθηκε, χωρίς παρεμβολές, στην μαγεία του χώρου και του χρόνου.

Προχωρήσαμε ακόμα πιο πέρα. Περάσαμε την Πατριάρχου Γρηγορίου Πέμπτου κι ανταμώσαμε με το Πανεπιστήμιο. Νεοκλασικό κι αυτό κτίριο. Εδώ γίνεται η ορκωμοσία των φοιτητών του Πανεπιστημίου. Κτίσμα, κι αυτό στο ίδιο πνεύμα με εκείνο της Ακαδημίας Αθηνών. Υπέροχες κολώνες, ζωγραφιές και γλυπτική διακόσμηση. Τα χρώματά του εκθαμβωτικά όπως και της Ακαδημίας Αθηνών.

Κάθισα όρθιος μπροστά απ’ το Πανεπιστήμιο, μέσα σε ένα κύκλο που σχημάτιζε μια πλατεία μικρή, κι έμεινα να χαζεύω. Μια εικόνα που δεν την συναντάς καθημερινά, και πολύ δύσκολα μπορείς να φανταστείς ότι μπορεί να σχηματιστεί το βράδυ, όταν μέρα βρεθείς στο ίδιο σημείο. Οι κόρνες, ο ήχος απ’ τα τροχοφόρα, το βιαστικό περπάτημα των ανθρώπων, οι αγχωτικές σκέψεις που κλωθογυρίζουν στο μυαλό, όλα σ’ εμποδίζουν να δεις την ομορφιά. Η νύχτα πάντα θέλγει και βοηθά σε παρεκτροπές την μονοτονία.

Ταξίδευα. Το μυαλό μου άρχισε να παίζει με την φαντασία μου και η ψυχή μου γαλήνευε με γεωμετρική πρόοδο.

Με τα χέρια στις τσέπες του μπουφάν μου, γύριζα γύρω απ’ τον εαυτό μου να πάρω μια πανοραμική άποψη του μέρους. Το φως απ’ τις κολώνες με τα εκλεπτυσμένα φανάρια δημιουργούσε κάτι το ειδυλλιακό. Τα μικρά σιντριβάνια ανταγωνίζονταν πιο θα πάει πιο ψηλά. Ήμουν ακόμα με την σύντροφό μου, μόνο που τώρα πια επικοινωνούσαμε με τη σιωπή μας. Κι εκεί που όλα φάνταζαν στάσιμα, ένας ήχος ακούστηκε σαν από μακριά να έρχεται. Ένας ήχος βραχνός. Μα ναι! σκέφτηκα. Τρομπέτα είναι. Κι έπαιζε το κομμάτι «I just call to say I love you”. Πόσο απόλυτα έδενε εκείνη τη στιγμή! Και μαγεμένος απ’ τον ήχο, την εικόνα, τα συναισθήματά μου, έτρεχα με τα μάτια να συλλάβω τον ευπρόσδεκτο άγνωστο επισκέπτη που μπήκε στο χώρο μου.

Η μουσική έπαιζε κι εγώ έψαχνα μάταια. Στάθηκα κι έκλεισα τα μάτια. Άφησα να διοχετευτεί μέσα μου η μελωδία και βουβά κι ακίνητος άρχισα να λικνίζω τη ψυχή μου στον ρυθμό της μουσικής. Σήκωσα τα βλέφαρα και το βλέμμα μου έπεσε πάνω στο κτίριο του Πανεπιστημίου. Δύο κολώνες μπροστά απ’ την μπροστινή του πόρτα στέκονταν επιβλητικές. Πίσω η βαριά, κεντημένη με σχέδια, πόρτα, ψηλή, γιγαντιαία. Το φόντο στον τοίχο, σε χρώμα μπορντό και πάνω απ’ την πόρτα μια ζωγραφική αναπαράσταση.

 

«Το πανεπιστήμιο στεγάσθηκε αρχικά στην κατοικία του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη στην Πλάκα, που σήμερα φιλοξενεί το Μουσείο του ιδρύματος. Το Νοέμβριο του 1841 το ίδρυμα μεταστεγάσθηκε στο Κεντρικό Κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών, ένα κτήριο σχεδιασμένο από το Δανό αρχιτέκτονα Κρίστιαν Χάνσεν και διακοσμημένο από το ζωγράφο Karl Rahl, αποτελώντας την περίφημη «αρχιτεκτονική τριλογία της Αθήνας», μαζί με τα κτίρια της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος απ’ τα’ αριστερά του, κι εκείνο της Ακαδημίας Αθηνών απ’ τα δεξιά του», διάβασα αργότερα στο διαδίκτυο. Μα ναι! Έτσι ήταν!

Πόσο τυχερός ένοιωσα όταν διάβασα στο διαδίκτυο για την υπέροχη τριλογία της Αθήνας! Πραγματικά ευλογημένος! Σε λίγα λεπτά βρίσκομαι όποτε θέλω στο κέντρο της Αθήνας. Περπατάω στους δρόμους που κάποτε σεργιάνιζαν κάποιοι σπουδαίοι άνθρωποι κι αισθάνομαι θεσπέσια. Απ’ το Παγκράτι στο Σύνταγμα κι απ’ το Σύνταγμα στην πλατεία Κοραή κι απ’ την πλατεία Κοραή στην Πλάκα κι από την Πλάκα στην Ακρόπολη και πάει λέγοντας. Όποια διαδρομή κι αν επιλέξω πάλι την σωστή θα έχω διαλέξει. Πάλι θα πάρω, θα κερδίσω απ’ την ιστορία που έχει γραφτεί πάνω σε κτίρια, σε δρόμους, σε ερείπια και σε αγάλματα.

 

Τον βρήκα ναι! Τον βρήκα. Ένας μουσικός του δρόμου, δίπλα στην Πανεπιστημίου, πάνω στο πεζοδρόμιο, μπροστά απ’ την Εθνική Βιβλιοθήκη. Φορούσε μια καμπαρτίνα και ένα καπέλο. Τον έβλεπα αλλά όχι καθαρά.

-Ακούς την τρομπέτα; είπα στην Μαντώ.

-Ναι, την ακούω, μου απάντησε εκείνη.

-Από εκεί έρχεται τελικά, της είπα και της έδειξα με τον δείκτη του χεριού μου.

Η Μαντώ με πλησίασε και μ’ αγκάλιασε από πίσω. Γαλήνια ένιωσα την σάρκα των χεριών της να ζεσταίνει το κορμί μου. Γύρισα και την φίλησα στα χείλη. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά σαν να επρόκειτο να μην ξαναϊδωθούμε.

-Έλα της είπα, και προχώρησα προς τον τρομπετίστα με την καμπαρτίνα και το καπέλο. Περάσαμε χέρι χέρι την Ρήγα Φεραίου και τον πλησιάσαμε. Κοντοζυγώσαμε και έβγαλα ένα κέρμα απ’ το πορτοφόλι μου. Πήγα κοντά και το έριξα στην ανοικτή θήκη της τρομπέτας του, που την είχε στο πεζοδρόμιο. Τον κοίταξα στα μάτια και του είπα ευχαριστώ. Μου ανταπέδωσε την ευχαριστία μου με ένα νεύμα κι εξακολούθησε να παίζει.

 

Σκέφτηκα, πόσο εύκολα μπορείς να γνωρίσεις έναν άνθρωπο απ’ τη μουσική του. Χωρίς ποτέ να έχεις ανταλλάξει μια κουβέντα. Έτσι απλά. Ο τρόπος που παίζει, ο ρυθμός, η τεχνική, όλα αυτά μαζί βγάζουν την ψυχή προς τα έξω. Το παν είναι η παρατήρηση. Ο άνθρωπος είναι ένας οργανισμός που καταλαβαίνεις από τι υλικό είναι φτιαγμένος και ποια, περίπου, είναι η ψυχοσύνθεσή του από διάφορες εκφράσεις του. Απ’ το περπάτημά του, απ’ τις κινήσεις των χεριών του, το βλέμμα του, τις ρυτίδες του, το σχήμα του σώματός του γενικά. Κι είναι ωραίο να αφήνεσαι στην αναζήτηση της βουβής ιχνηλασίας.

 

Στο πρώτο φανάρι που συναντήσαμε περάσαμε απέναντι, διασχίζοντας κάθετα την Πανεπιστημίου και σχεδόν χορεύοντας υπό τους μελωδικούς ήχους της βραχνής τρομπέτας. Κατευθυνθήκαμε δεξιά προς την Ομόνοια και κάποια μέτρα παραπέρα η Μαντώ με τράβηξε μέσα σε μια σκοτεινή στοά. Από εκείνες που ενώνουν την Πανεπιστημίου με την Σταδίου. Από εκείνες που μέσα τους ανθίζουν ωραία μαγαζιά. Σε άλλες φυτρώνουν cafe-bar, σε άλλες μαγαζιά με είδη ρουχισμού ή καλλυντικών και σε άλλες εκδοτικοί οίκοι ή απλά βιβλιοπωλεία.

Εμείς εξαφανιστήκαμε μέσα στη στοά Αρσακείου. Η Στοά Αρσακείου που πήρε το όνομά της από τον γιατρό, και μεγάλο δωρητή της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, τον Απόστολο Αρσάκη. Μια εκπληκτική ηρεμία επικρατούσε μέσα στον μισοσκότεινο διάδρομο που οδηγούσε στη Σταδίου. Η εντυπωσιακή γυάλινη οροφή είχε πάψει προ αρκετής ώρας να διαχέει έντονα μέσα στη στοά το φως της μέρας. Μαγαζάκια αριστερά και δεξιά, κυρίως με παλιά βιβλία, αντικείμενα και μουσικά όργανα δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα μυστηριακή. Σε κάθε μας βήμα ακούγονταν τα παπούτσια μας δυνατά να προσκρούουν στο μάρμαρο.

Εδώ έχει την έδρα της και η Στοά του Βιβλίου. Μια ένωση μοναδική. Μέσα στην πολύβουη Αθήνα ένα μέρος ιδανικό για να ξαποστάσεις. Προχωρήσαμε πιο βαθειά μέσα στη στοά και φτάσαμε ακριβώς κάτω απ’ τον εντυπωσιακό κεντρικό γυάλινο θόλο. Ακριβώς κάτω απ’ αυτόν βρισκότανε μια παλιά μηχανή, μάλλον, τυπογραφείου. Μοναδική και εκθαμβωτική. Στοά μουσειακός χώρος θα τολμούσα να πω. Τα πάντα μέσα της μυρίζανε αλλοτινές εποχές κι εικόνες του παρελθόντος ερχόντουσαν στο μυαλό καρέ καρέ με την βοήθεια την φαντασίας μου.

Βγήκαμε στην Σταδίου όπου ο Ερνέστο Τσίλλερ είχε βάλει την υπογραφή του στις προσόψεις των κτιρίων. Μαγεία! Όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα σου στην Αθήνα βλέπεις παντού ομορφιές. Μόλις περάσαμε μέσα απ’ το Αρσάκειο Μέγαρο, με το αυστηρό του κλασσικό ρυθμό και τη λιτή του διακόσμηση, που μέσα του φιλοξενεί την Στοά του Βιβλίου, την Στοά Αρσακείου και τα παλιά κτίσματα της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, που σκοπό είχε στην εκπαίδευση των κοριτσιών με έμφαση στην προετοιμασία διδασκαλισσών. Και μόλις διασχίζαμε κάθετα τη Σταδίου περνώντας στο απέναντι πεζοδρόμιο.

Προχωρήσαμε αγκαζέ μέσα στην ησυχία της νύχτας και ατενίζαμε τα κτίρια που στολίζουν την Σταδίου.

Φτάσαμε στην πλατεία Κλαυθμώνος και κάναμε μια μικρή παράκαμψη. Σταματήσαμε στο υπέροχο κτίριο του «Μουσείου της πόλης της Αθήνας». Καταπληκτικό απ’ έξω. Κάποια στιγμή θα μπω και μέσα να το περιηγηθώ, είπα στην Μαντώ. Πόσα άραγε μουσεία να έχει η Αθήνα, αναρωτήθηκα εκείνη την ώρα. Μια πόλη βιβλιοθήκη είναι τελικά. Όπου κι αν κατευθυνθείς όλο και κάποιο μουσείο θα συναπαντήσεις.

Θαυμάσαμε για λίγο το φωτισμένο μουσείο και πήραμε το δρόμο για την Κολοκοτρώνη μέσω της Σταδίου. Προτού ξαναπατήσουμε στην Σταδίου, από άλλη οπτική γωνία, είδαμε το Πανεπιστήμιο στο βάθος, φωταγωγημένο, με τα πλούσια χρώματά του και την καλλιτεχνική τεχνοτροπία του. Η πλατεία Κοραή υποκλινόταν μπροστά στην ομορφιά του.

Πήραμε την Σταδίου και λίγο μετά να σου ο Κολοκοτρώνης να δείχνει, καβάλα στ’ άλογο, το δρόμο για τη νίκη. Πίσω πανέμορφη η παλιά Βουλή, που τώρα έχει μετατραπεί σε Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Αυτό το κτίριο πάντα με συνέπαιρνε! Η ιστορία του, οι ηγετικές προσωπικότητες που έχουν περάσει από κει μέσα, απ’ τον δρόμο που έχουν πατήσει μπροστά της. Τόσο κοντά αλλά και τόσο μακριά απ’ τους προγόνους. Μπροστά απ’ την παλιά Βουλή ο πάντα περιποιημένος κήπος με το γκαζόν, τα λουλούδια και τις νεραντζιές. Εκεί λες πως όταν ο άνθρωπος θέλει, μπορεί.

 

Και κάπου εδώ η βόλτα μας τελείωσε. Πόσα όμορφα πράγματα μπορούμε να δημιουργήσουμε όταν θελήσουμε το ωραίο να το βάλουμε στη ζωή μας! Η Αθήνα, μια πόλη μαγική, που αν εξαιρεθούν κάποια αρνητικά στοιχεία που εμείς οι ίδιοι τα δημιουργούμε με την πράξη ή την απραξία μας, μπορεί να γίνει ακόμα καλύτερη. Μπορεί, αυτή η μυσταγωγική ατμόσφαιρα που εκπέμπεται από αρκετά κτίσματα και δρόμους, γωνιές και πεζοδρόμους, μουσειακούς χώρους και εκλεπτυσμένα cafe, να χρωματίσει κάποτε όλη την πόλη.

Απλά, μαγικά, όμορφα κι αληθινά!

Advertisements
Σχόλια
  1. Γιάννη…σα να βγήκα τώρα απ’ τη μαγεία του θεάτρου και νοερά ύστερα να οδοιπορώ πλάι σας στις ομορφιές της νυκτερινής Αθήνας.
    Τόσο ευαίσθητος, τόσο παραστατικός, τόσο ζωντανός στο οδοιπορικό σου!
    Με πλημμύρισε μια δροσερή αύρα διαβάζοντας και τα δύο μέρη!…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s