Ένα δωμάτιο ορφανό

Posted: Δεκέμβριος 14, 2012 in Διηγήματα
Ετικέτες: , , , , , , , , , , , , ,

urlΣηκώθηκε από τον καναπέ που είχε βαθουλώσει στις προσταγές του κορμιού του και πήγε στο πιάνο. Φορούσε τις μεταξωτές του πιτζάμες. Το μπαστούνι του, που μόνιμα τον τελευταίο καιρό είχε στο πλάι του, το πίεζε με δύναμη σε κάθε του βήμα στο παρκέ για να προχωρήσει. Κάθε βηματισμός και μια υπερπροσπάθεια για το γέρικο σώμα του.

Άνοιξε το ξύλινο κάλυμμα των πλήκτρων και κάθισε με τον κορμό ευθυτενή. Δεν άφησε παρά μόνο λίγα δευτερόλεπτα να περάσουν και άρχισε να παίζει. Η μουσική ρυθμική, ο ήχος καθαρός. Μετά από λίγο η φωνή του ξεκίνησε να συντροφεύει τις νότες. “In the still of the night/as I gaze out of my window/at the moon in it’s flight/My thoughts all stray to you…». Γαλήνευσε μέσα του. Σαν ένα κύμα, ορμητικά τα συναισθήματα έγιναν υγρό και κύλησαν στις παρυφές των ζυγωματικών του. Εκείνος συνόδευε το πιάνο και εκείνα έτρεχαν προς τα κάτω, ακολουθώντας το νόμο της βαρύτητας.

Την αισθάνθηκε να τον πλησιάζει. Ένιωσε το άγγιγμά της στον ώμο του. Χαμογέλασε γλυκόπικρα, σκίρτησε από αναμνήσεις όμορφες. “In the moon’s yellow light/while the world is in slumber/Ah, the times without number/Darling, when I say to you…”.

Τα ματόκλαδά του ήταν κλειστά, το μυαλό του στην αύρα της που τον συνόδευε σε κάθε του κίνηση και όλο του το είναι στο σκοπό που έπαιζε και ακολουθούσε νοητά με το μυαλό του. Ο Σπύρος, ο αρσενικός γάτος που είχε, πετάχτηκε πάνω στο πιάνο και τον διέκοψε από το λήθαργο των αισθήσεών του. Του νιαούρισε ζωηρά, δείγμα ότι πεινούσε και με ένα άλμα ζηλευτό προσγειώθηκε πάλι στο πάτωμα από όπου είχε ανέλθει και προχώρησε προς το πιάτο του.

Σταμάτησε απότομα. Με κόπο σηκώθηκε από τη θέση που είχε πάρει και με το μπαστούνι βοηθό πήγε να ταΐσει το μικρό του σύντροφο. Κακία δεν του κράτησε. Γνώριζε καλά πως το ένστικτο δε λογαριάζει από συναισθηματισμούς. Ήξερε, είχε μάθει να υπακούει στον πιστό του φίλο.

Θυμάμαι, ήταν χειμώνας του 2010 όταν δεν ξανάκουσα τον κύρ Δήμο. Καθόμουν στο γραφείο μου, στο χώρο που είχα οικειοποιηθεί από την πρώτη στιγμή που μπήκα σε αυτό το σπίτι, και προσπαθούσα να συγκεντρωθώ στη δουλειά μου. Το κρύο ήταν έντονο, τα χρήματα λιγοστά για να ανάψω θέρμανση και με δυσκολία ο εγκέφαλός μου έπαιρνε στροφές. Η σκέψη μου είχε παγώσει. Ένα αερόθερμο με προκαλούσε να το ανάψω και ύστερα από θαυμαστή υπομονή υπέκυψα στους δελεασμούς του.

Μόλις τα δάκτυλά μου είχαν πάρει να ζεσταίνονται και κυλούσαν πιο ομαλά πάνω στο πληκτρολόγιο. Το μυαλό μου έπαιρνε τις πρώτες στροφές κάτω από το πέπλο της ζεστασιάς και το δωμάτιο, σχεδιασμένο σε κλασικό ρυθμό, με ενέπνεε να προχωρήσω. Το φωτιστικό μου, δίπλα, κράταγε συντροφιά στις μέχρι τότε άγονες γραμμές των προσπαθειών μου και η οθόνη του υπολογιστή έδινε χρώμα στη μελανιασμένη μου μορφή.

Δεν είναι λίγες οι φορές που αποπροσανατολίζομαι από την κυρία ασχολία μου. Είμαι άνθρωπος που παρασύρεται εύκολα από τη στιγμή. Μια έμπνευση, ένας συνδυασμός εικόνας και σκέψης, ένα στραβοπάτημα στην καθημερινότητα πολύ εύκολα με οδηγούν στην αποπλάνηση της συγκέντρωσής μου. Και αυτή η απόσπαση του μυαλού μου κρατεί καλά από τότε που με θυμάμαι.

Το ασανσέρ ακούστηκε πάλι την ίδια ώρα όπως κάθε μέρα. Ένας άνθρωπος βγήκε από μέσα του, άκουσα τα βήματά του και ο ήχος του κλειδιού που γύρναγε μέσα στην κλειδαριά έφτασε ατόφιος στα αυτιά μου. Ίσα που πρόφτασαν κάποια γαβγίσματα και νιαουρίσματα να έρθουν αχνά στις κεραίες της ακοής μου και ξάφνου όπως άρχισαν σώπασαν.

Τρεις μέρες είχα να βγω έξω από το σπίτι μου και με πιάνανε τα πρώτα σύνδρομα κοινωνικής στέρησης. Το πάθαινα συχνά αυτό. Κάθε φορά που κλεινόμουν στον εαυτό μου τα τραμπαλίσματα της ψυχικής μου κατάστασης ήταν συνεπή.

Πάνε μέρες που δεν άκουσα φωνή από το διπλανό διαμέρισμα. Εχθές συνειδητοποίησα πως ο κυρ Δήμος έφυγε από τη ζωή. Ένα κηδειόχαρτο στην είσοδο της πολυκατοικίας μου το γνωστοποίησε. Αργότερα έμαθα πως για μέρες ήταν νεκρός μες το διαμέρισμά του. Έτσι, καταλαβαίνω τώρα γιατί τα σκυλιά και τα γατιά που είχε μαζέψει δε σταματάγανε τον τελευταίο καιρό να διαμαρτύρονται. Μάζευε τα αδέσποτα, μου είπαν τα «ανήσυχα πνεύματα» της πολυκατοικίας, για να γεμίσει το κενό της χαμένης γυναίκας του. Πέντε σκυλιά και δέκα γατιά. Αριθμός υπολογίσιμος για ένα δυάρι.

Χάιδεψε στο σβέρκο τον αγαπημένο του γάτο καθώς έτρωγε ήδη τα τραγανά του μπισκότα και εκείνος άρχισε να γουργουρίζει. Ικανοποιημένος από τη στοργική του πράξη γύρισε πίσω στο πιάνο. Σαν ποτέ να μη σταμάτησε συνέχισε από εκεί που είχε σταματήσει. “Do you love me as I love you/Are you my life to be/My dream come true/Or will this dream of mine/fade out of sight…”.

«Οι μεγάλες δημιουργίες είναι θεόσταλτες» σκεφτόταν κατά τη διάρκεια που μόνο η μουσική εμπλούτιζε την ατμόσφαιρα. «Τόσο απλές στη σύλληψη και τόσο προσβάσιμες για όλους. Αυτό είναι τελικά που ξεχωρίζει το θεσπέσιο από το απλά καλό. Η απλότητα.»

Άφησε για λίγο τα δάκτυλά του να φλερτάρουν με τα πλήκτρα, να πάρει την ενέργεια αυτής της ξεχωριστής μουσικής μέσα από κάθε ίνα του και επανήλθε για τα τελευταία λόγια με πάθος για το τέλος «While the Moon’s growing dim/on the rim of the hill/in the chill still of the night”.

Το μουσικό κομμάτι ολοκλήρωσε το δρόμο του. Έμεινε ακίνητος στη θέση του. Άνοιξε τα μάτια και κοίταξε για λίγο πέρα τον τοίχο που ακουμπούσε το πιάνο. «Αυτό ήταν αγάπη μου» είπε στο κενό. «Έλα τώρα να σε βάλω για ύπνο. Είναι αργά. Θα αργήσεις. Και ο ύψιστος δε δέχεται καθυστερήσεις. Η συνέπεια είναι αυτό που μετράει. Η συνέπεια, έστω και με λίγη δόση παρέκκλισης.»

Η καλύτερη ώρα της μέρας είναι όταν ακούω τον λατρεμένο μου Cole Porter. “In the still of the night”. Τόσο ρυθμικός, τόσο γήινος, τόσο ευαίσθητος και ζωντανός. Εδώ και καιρό αισθανόμουν μια γυναικεία παρουσία να στέκεται πίσω μου και δεξιά μου. Η άχνα της καμιά φορά φαινόταν όταν το κρύο ήταν έντονο και η υγρασία πλούσια. Ποτέ μου δεν τόλμησα να γυρίσω πίσω. Εκείνο το χέρι που ακουμπούσε τον ώμο μου ήταν για μένα ένα αποκούμπι στην ακοινώνητη συμπεριφορά μου. Εκείνες τις μέρες που με πιάνανε οι μαύρες μου. Για αυτό και δεν το απομάκρυνα.

Τις τελευταίες μέρες έχω και δεύτερη παρουσία μαζί μου. Πίσω μου και αριστερά μου. Ο κυρ Δήμος με αγγίζει, ακουμπάει απαλά στον ώμο μου και μου ζητάει ευγενικά να χορέψω μαζί τους, εκεί, στη διάρκεια της νύχτας… (in the still of the night)

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Άρης Καραγεώργος λέει:

    Γιάννη, χάρηκα μια τρυφερή μεταφυσική ιστορία. Έπλασες ιδιαίτερα παραστατικά, ένα χαρακτήρα, που ζέσταινε τη μοναξιά του μεταξύ αίσθησης και παραίσθησης. Μετάγγισες μια αόρατη επικοινωνία ανάμεσα στο φθαρτό και στο άφθαρτο σε ρυθμό μελωδίας και μ’ έκανες να νοιώσω φιλοξενούμενος δέκτης μιας γλυκειάς ατμόσφαιρας σαν αυτή που μοναδικά δημιούργησες!!!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s