Το σαξόφωνο και το καλντερίμι

Posted: Μαρτίου 7, 2013 in Διηγήματα
Ετικέτες: , , , , , ,

urlΉθελα να κλάψω. Να βγάλω όλα αυτά που με τόσο κόπο κρατούσα κλειστά μέσα μου. Ήθελα να κλάψω. Να βγουν σα χείμαρρος όσα με καταδυνάστευαν και έτρωγαν τα σωθικά μου. Δεν άντεχα άλλο.

Σηκώθηκα και ντύθηκα γρήγορα. Φόρεσα κάτι πρόχειρο και βγήκα στο δρόμο, εκεί που το άλλο μου μισό με περίμενε, για να τα πούμε μόνοι. Μου άρεσε η μοναχικότητα. Πόσο με τράβαγαν οι άδειοι δρόμοι! Πόσο κοντά στον εαυτό μου ερχόμουν, πλησίον του ενστίκτου μου!

Μου αρέσει όταν βρέχει. Μου αρέσει το μετά. Η στιγμή που το ξέσπασμα έχει περάσει και επέρχεται ειρήνη. Όλα θυμίζουν αυτό που πέρασε. Πάνω στους δρόμους, δίπλα από το λιγοστό χώμα που υπάρχει εκεί που τελειώνουν οι λόφοι, κάτω στη γη και πάνω στον ουρανό, ίσια μπροστά που βλέπεις καθαρά τη φύση αναζωογονημένη.

Περπάταγα με το κεφάλι σκυφτό. Είναι περίεργο πώς στο καλντερίμι κάποιοι φορέσανε τις φόρμες τους και τρέχουν. Ανώμαλο το έδαφος. Αταίριαστο και απροσάρμοστο στο πέλμα του δρομέα. Παρόλα αυτά έχει μια μαγεία. Πόσο μου αρέσει το φως που γυαλίζει πάνω στις πέτρες του μονοπατιού! Ναι, εκείνο το φως που βγαίνει από τους λαμπτήρες των ωραίων φανοστατών. Αυτή η γυαλάδα δίνει έναν αέρα μυστηριακό. Μια νεκρική σιγή που με τίποτα δε θες να τη σπάσεις. Τίποτα δεν κινείται. Τίποτα δεν ακούγεται. Μόνο τα βήματα μου είναι αυτά που με συνοδεύουν.

Το ξανασκέφτηκα εχθές. Δεν πάει άλλο με την Αλίκη. Και τι που είμαστε μαζί τόσα χρόνια. Και τι που μέσα της θρέφει, ήδη, το δικό μας παιδί. Θα γεννηθεί κι αυτό και θα μεγαλώσει. Θα δει πως η ζωή δεν είναι τόσο αγνή, όσο θα ήθελε. Θα καταλάβει κάποια στιγμή, αλλά θα είναι αργά για μένα. Θα με έχει μισήσει. Τίποτα δεν είναι χειρότερο από την εγκατάλειψη. Και τι μου φταίει που δεν το ρώτησα για να το φέρω στον κόσμο; Θα καταλάβει, όμως. Είμαι σίγουρος. Κάποια στιγμή, θα έρθει το πλήρωμα του χρόνου και για αυτό.

Ένα ερωτευμένο ζευγάρι φιλιέται λίγο παρακάτω, σα να σταμάτησε ο χρόνος για αυτούς. Τι όμορφη η εφηβική αφέλεια! Πόσο ωραία αυτή η ανεμελιά και πολυπόθητη για τους ενήλικους ανθρώπους! Άργησα να ωριμάσω ή μάλλον ποτέ μου δε μέστωσα. Με δυσκολεύει αυτός ο κόσμος. Με εμποδίζει να προσαρμοστώ στο τώρα. Όλα είναι τόσο κυνικά αληθινά. Η πίκρα, ο φόβος, ο πόνος, η ομορφιά, η χαρά, η γλύκα της ζωής. Όλα τόσο αληθινά, όσο και προσωρινά. Έρχονται και φεύγουν και ύστερα πάλι ξανά από την αρχή εμφανίζονται κάτω από άλλο προσωπείο και ακόμα μια φορά περνάς τα σκαμπανεβάσματα, αυτά που σε κάνουν να αναρωτιέσαι για ένα σωρό ανούσια πράγματα που όμως πρέπει να σκέφτεσαι, για να μπορείς να επιβιώσεις. Και ύστερα πάλι από την αρχή. Ξαναγυρίζεις από εκεί που τελείωσες. Κύκλους. Κύκλους κάνεις. Κύκλοι είναι η ζωή. Μόνο έτσι παίρνει νόημα το κάθε τι. Αλλιώς πώς θα συνεχίζαμε. Χα… Κουταμάρες…

«Σου είπα με πνίγει! Δεν το βλέπεις;»

«Δεν ξέρω τι άλλο μπορώ να κάνω μαζί σου. Μέχρι πού μπορεί να φτάσει αυτή σου η συμπεριφορά;»

Είναι στιγμές, να, σαν κι αυτήν τώρα, που θέλω να φωνάξω δυνατά, να γκαρίξω και να αρχίσω να βγάζω από μέσα μου όλες τις λέξεις που θα μπορούσα να σκεφτώ για να εξαγνίσω το είναι μου, να προστατέψω την ακεραιότητα μου, εκείνο το κομμάτι που τόσο πολύ πίστεψα κάποτε πως για πάντα θα συντηρούσα άθικτο. Είναι στιγμές που θέλω να κλάψω τόσο δυνατά, ώστε να λυτρωθώ από εκείνο το τόσο ποθητό ρευστό που θα κυλήσει ζεστό και αλμυρό στα μάγουλά μου και θα ξεχειλίσει από τους δακρυϊκούς μου αδένες σαν το δηλητήριο του πόνου να βρήκε διέξοδο διαφυγής.

Τώρα περπατώ μόνος μέσα στα καλντερίμια της γειτονιάς μου που δεν είναι άλλα από τον κόσμο που εγώ πλάθω. Τώρα συνειδητοποιώ, γιατί μου αρέσει τόσο πολύ η ερημιά, γιατί τόσο πολύ επιδιώκω τη μοναξιά και με έλκει η σιγή. Τώρα, καταλαβαίνω. Γιατί τότε μπορώ και πλάθω το δικό μου κόσμο, δημιουργώ τις δικές μου παραστάσεις. Κινούμαι σαν αερικό δίπλα από τα παλιά κτίσματα, τις όμορφες γωνιές, το χαμηλό φωτισμό των λαμπτήρων που ανάβουν τη νύχτα και σκαρφίζομαι τις δικές μου ιστορίες. Στη μια πλευρά του δρόμου βλέπω έναν παππού να περπατάει με ένα μπαστούνι και με το καπέλο του γυρτό προς τα μπροστά να κρύβει το πρόσωπό του καλά και μόνο το μουστάκι του να φανερώνει τη μορφή σα να λέει: «εδώ είμαι, αλλά μη με κοιτάτε». Δίπλα ακούγονται παιδιά να παίζουν, αλλά οι φωνές του είναι ακαταλαβίστικες. Δε βγάζω νόημα. Σαν αναμνήσεις από τα παιδικά μου χρόνια εμφανίζονται και φεύγουν. Σε ένα μαγαζί, μέσα, κάθονται θαμώνες, δυο-δυο, και λένε τις ζεστές τους κουβέντες, Μια ζεστή σοκολάτα για τον κύριο, ένα τσάι με περγαμόντο για την κυρία. Ακούγεται αχνά η κουβέντα τους που σήμερα βρέθηκε ο χρόνος να πούνε πράγματα που καιρό τώρα θέλανε, αλλά δεν πρόφταιναν.

Δε χάρηκε καθόλου η Αλίκη. Είμαι σίγουρος. Μόλις έμαθε πως τα παρατάω όλα και γυρίζω στον εαυτό μου, σε εκείνο το παιδί που άφησα, απογοητεύτηκε. «Τι ταπεινή ζωή!» μου είπε με ένα ύφος αηδίας και μου γύρισε την πλάτη. «Δε βλέπεις πως έχεις αρχίσει να το χάνεις;» άκουσα να λέει καθώς απομακρυνόμουν, ήδη, από κοντά της. Τι να πεις; Η πραγματικότητα, ίσως κάποιες στιγμές, συναντάει τη διάσταση ενός μουρλού. Και τι είναι άραγε αληθινό και τι ψεύτικο; Ποια ζωή έχει νόημα και ποια δεν έχει; Τι γεμίζει τη ζωή μας, γαμώτο;! Γιατί ζούμε τόσο νωχελικά και μακριά από το είναι μας;

Συνέχισα να περπατώ κοιτώντας μόνο το δρόμο. Τα μάτια μου ήταν τόσο επικεντρωμένα στη σκέψη του μυαλού μου που δύσκολα αντιλαμβανόμουν την αλλαγή των παραστάσεων. Μια λωρίδα γραμμής ανοιγόταν μπροστά μου και ακολουθούσα πιστός στην κατεύθυνση που χάραξε κάποτε κάποιο μηχάνημα.

Ήταν η ίδια εποχή με ανάλογο καιρό, τότε που την έκανα σκαστός από τη δουλειά μου. Είχα δραπετεύσει μέσα στα στενά της παλιάς γειτονιάς και παρατηρούσα ό,τι τόσο άδικα έχανα. Πόσο παράλογα υπάρχει η αδικία στη ζωή; Δεν ήταν η πρώτη φορά που το είχα αναρωτηθεί, αλλά ήταν από εκείνες που πονούσαν. Πήρα ένα πακέτο τσιγάρα. Δεν κάπνιζα. Είχα ανάγκη όμως να γευτώ λίγο αυτή τη χημεία. Άνοιξα το πακέτο και τράβηξα ένα λαίμαργα. Τόσος ήταν ο πόθος να χαθώ μέσα στο γλυκόπικρο αυτό δηλητήριο! Το μύρισα ευλαβικά ολόκληρο, από το φίλτρο μέχρι το σημείο που ολοκληρωνόταν ως τσιγάρο, άνοιξα το καπάκι από το zippo που είχα δώρο από τον παππού μου – πάντα με συνέπαιρνε αυτός ο ήχος του κλικ – και οσμίζοντας το zippέλαιο, άναψα με ικανοποίηση το περιβόητο ένα και μοναδικό τσιγάρο μου. Ο καπνός ξεχύθηκε από τα πνευμόνια μου και ιεροτελεστικά τον άδειασα πλάι στο οξυγόνο. Το ρούφηξα άπληστα, αλλά μόνο έτσι θα μπορούσα να το χορτάσω. Με γνώριζα καλά.

Όλα τα πράγματα στη ζωή, έρχεται κάποια στιγμή, που τα γεύεσαι μια και μοναδική φορά τόσο καλά. Και αυτή είναι ίσως και η τελευταία που χαράχτηκε καλά στο μνημονικό σου, από εκείνο το νέκταρ που τόσο απλόχερα σου προσφέρει η ζωή περιτυλιγμένο, βέβαια, πάντα με αγκάθια.

Δεξιά στο δρόμο όπως πήγαινα, πέρασα ένα παλιό αρχοντικό. Τις προάλλες ένας γνωστός μού είπε πως κάποτε το κράτος το επίταξε και οι ιδιοκτήτες του το χάσανε μέσα σε μια μέρα. Πόλεμος λέει. Οι ανάγκες του έθνους. Ωραίο σπίτι! Μου έκανε αίσθηση, θυμάμαι. Μια αύρα μυστηρίου το περιτριγύριζε τόσο ελκυστική, που μου είχε κάνει εντύπωση. Λίγο πιο πέρα, ένα στενό υπήρχε που στο βάθος του έχανες το σχηματισμό του, καθώς σκοτείνιαζε σχεδόν απόλυτα και πέρα ίσια, στο δρόμο που διάβαινα, ένα ξενοδοχείο, παλιό, σχεδόν μουσειακού χαρακτήρα. Σταγόνες έπεφταν από το μπαλκόνι του δευτέρου και έσκαγαν στη γωνία της βεράντας του πρώτου, με αποτέλεσμα το θέαμα να παίρνει διαστάσεις άξιες προσοχής. Οι σταγόνες από χοντρές, σχεδόν στρογγυλές μάζες, σπάζανε και μετατρέπονταν σε χιλιάδες σταγονίδια που με τη σειρά τους ισοπεδώνονταν στο έδαφος. Από έναν πυρήνα δημιουργούταν το φαινόμενο της βροχής σε πολύ μικρές διαστάσεις.

Ο ήχος του σαξοφώνου ακουγόταν και πάλι τώρα, καθώς πλησίαζα το κεντρικό καλντερίμι και εκεί, στο καθημερινό του ραντεβού με το απρόσωπο και λιγοστό κοινό του, στεκόταν εκείνος ο μυστηριακός κύριος που κάθε βράδυ έβγαζε μέρος της ψυχής του σε εκείνο το σημείο. Δυσκόλεψα τα βήματά μου, τα έκανα πιο αραιά, ο ρυθμός μου έγινε ράθυμος και προσπάθησα να εισπράξω εικόνα, ήχο και πολύ μα πολύ γαλήνη. Η αλχημεία του εγκεφάλου μου άρχισε να λειτουργεί και να αποθηκεύει στοιχεία για παραγωγή μεταγενέστερου υλικού.

Μπήκα στην πολυκατοικία. Οι αισθήσεις μου κατά έναν περίεργο λόγο ήταν εξαιρετικά οξυμένες. Είναι από εκείνες τις στιγμές που νιώθεις όλη την ενέργεια της φύσης μαζεμένη πάνω σου και αισθάνεσαι πως μπορεί τελικά να υπάρχει ελπίδα να μην είσαι θνητός. Άνοιξα την πόρτα του ανελκυστήρα, πάτησα το κουμπί για να ανέβω στο διαμέρισμά μου και μου φάνηκε τόσο περίεργα καθαρός ο ήχος που παραγόταν από κάθε μου κίνηση. Κοίταξα το χέρι μου διακρίνοντας το μάλλινο γάντι που το σκέπαζε και το βλέμμα μου πήρε έκφραση απορίας. Έφτασα και ξεκλειδώνοντας την πόρτα μπήκα στη ζεστή μου φωλιά.

Όλα περίμενα να ήτανε τώρα στην εντέλεια. Μόνος στο σπίτι, εγώ κι ο εαυτός μου. Δεν ήθελα να ακούσω κανέναν. Δεν ήθελα να ακούσω τίποτα. Την απόλυτη σιγή μόνο, να σκεπάζει το χώρο κι εγώ να βουβαίνομαι μέσα στην άπνοια των σκέψεών μου. Τι όμορφα! Τι ωραία!…

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Άρης Καραγεώργος λέει:

    Με ευαισθησία, ρούφηξες εικόνες και ήχους και μέσα απ’ την κλειστή μοναξιά των έντονων αισθημάτων του ήρωα, μας μετέδωσες πανσπερμία σκέψεων, ενυδατωμένων στις βρόχινες στάλες της ψυχής! Γιάννη, τι όμορφα, τι ωραία έγραψες!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s