Το κομοδίνο

Posted: Μαρτίου 11, 2013 in Διηγήματα
Ετικέτες: , , , , ,

urlΜόλις είχε κλείσει το τηλέφωνο με τη Γωγώ και τον φώναξε ο πατέρας του. «Μισό λεπτό» του είπε, καθώς δύσκολα συγκρατούσε τα δάκρυά που ήταν έτοιμα να ξεχυθούν.

«Έλα, πατέρα. Με φώναξες;» τον ρώτησε, ενόσω ξεπρόβαλλε στο δωμάτιο, όπου εκείνος μαστόρευε.

«Με πήρε η κυρία Άννα, η Δεληγιώργη. Τη θυμάσαι;»

«Όχι»

«Εκείνη που της είχαμε φτιάξει το μπρούτζινο κρεβάτι το περασμένο καλοκαίρι;»

Εκείνος σήκωσε τους ώμους κουνώντας ταυτόχρονα το κεφάλι του δεξιά και αριστερά δηλώνοντας άγνοια.

«Καλά. Δεν πειράζει» του είπε ο πατέρας του. «Θέλει να της φτιάξουμε ένα αντίστοιχο κομοδίνο σαν εκείνο που επίσης της κατασκευάσαμε πέρυσι το καλοκαίρι. Της είπα πως θα πας από το σπίτι της να πάρεις το παλιό, ώστε να δούμε τα χρώματά και το σχέδιό του, για να φτιάξουμε ένα μεγαλύτερων διαστάσεων. “Βλέπεις” μου είπε “άλλαξε την κρεβατοκάμαρα ο γαμπρός μου και χρειάζεται ένα μεγαλύτερο τώρα. Είναι βιβλιοφάγος, αχόρταγος με τα βιβλία και τα βράδια κάθεται με τις ώρες και διαβάζει ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Ε, θέλει ένα πιο μεγάλο, για να μπορεί να ακουμπάει τα βιβλία του.” Το λοιπόν; Φεύγεις;»

«Διατάξτε, στρατηγέ!» του απάντησε ο Λευτέρης, χαιρετώντας τον στρατιωτικά, προσπαθώντας να δείξει πως είναι μια χαρά από διάθεση και έκανε μεταβολή για να φύγει, όταν δυο βήματα παραπέρα τον σταμάτησε η φωνή, και πάλι, του πατέρα του.

«Και μην ξεχάσεις το μέτρο!»

Αυτό το μέτρο! Μια ζωή όλα τα γεγονότα και οι καταστάσεις να περιστρέφονται γύρω από αυτό. Με μέτρο το ένα, με μέτρο το άλλο. Μέτρα για τα ρούχα, μέτρα για τα έπιπλα. Μέτρα για ανθρώπους, μέτρα και για σύντροφο. Τόσο πολύ εξουσιάζει αυτό το ρημάδι το μέτρο τη ζωή όλων; Έτσι σκεφτόταν ο Λευτέρης, καθώς ετοιμαζόταν να φύγει από το εργαστήρι και καταπίεζε τη θλίψη του να μην εκδηλωθεί και τον πάρει χαμπάρι ο πατέρας του.

Μόνοι, οι δυο τους, είχαν μείνει στη ζωή μετά τον απρόσμενο θάνατο της μητέρας του. Τη χάσανε ένα ξημέρωμα Παρασκευής. Τη μέρα που πάντα της άρεσε. Έφυγε αξιοπρεπής δίχως ίχνος πόνου πάνω της. Οπότε, πατέρας και γιός είχαν μοιράσει τις δουλειές του σπιτιού και πορεύονταν. Επιβίωναν από το μικρό εργαστήρι κατασκευής μπρούτζινων αντικειμένων.

Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, σήμερα του ανακοίνωσε και η Γωγώ πως δεν μπορεί άλλο να στέκει στο πλάι του. Δεν ήταν πλασμένη εκείνη, του είχε πει, για να συμβιώνει με έναν κακόμοιρο κατασκευαστή άψυχων πραγμάτων. Ήταν πλασμένη για την τέχνη, το πάθος, την παρόρμηση και την επιτυχία. Κάποια στιγμή, αναπόφευκτα, οι δρόμοι τους θα χωρίζανε. Τι τώρα, τι αύριο, του είχε πει και πριν προλάβει να αρθρώσει εκείνος την παράκλησή του για επαναπροσδιορισμό της απόφασής της, του έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα.

Σε δυο λεπτά είχε πεταχτεί έξω και όδευε βιαστικά στη στάση του λεωφορείου. Από το Μενίδι μέχρι το κέντρο δεν ήταν και κοντινή απόσταση. Στο δρόμο προς τη στάση σκεφτόταν, διαρκώς, τα τελευταία λόγια της Γωγώς. Αυτά τα ταπεινωτικά λόγια που έδειχναν εμφανέστατα πως αηδίαζε, πλέον, να είναι μαζί του. Χειρότερο πράγμα μάλλον δεν υπήρχε και τώρα του αποδείκνυε περίτρανα ότι δεν τον αγαπούσε αληθινά. Τώρα συνειδητοποιούσε ότι στην πραγματικότητα ποτέ της δεν τον αγάπησε. Το καπρίτσιο της έκανε. Πίστεψε κάποια στιγμή πως θα τελείωνε ο Λευτέρης την Ιατρική του και θα συνέπλεε μαζί με έναν ικανό και πολλά υποσχόμενο ιατρό, αλλά η ζωή δεν έδινε το περιθώριο στο Λευτέρη για σπουδές. Εδώ και καιρό τα οικονομικά τους ήταν στενά και έπρεπε άμεσα να δουλέψει κι αυτός, για να μπορέσουν, υιός και πατέρας, να επιβιώσουν. Δεν είχε πολλές επιλογές. Μια μέρα ξαφνικά, σταμάτησε να πηγαίνει στο πανεπιστήμιο, ο μέχρι τώρα συνεπέστερος φοιτητής και αγαπημένος των καθηγητών, έπιασε το μπρούντζο να τον σκαλίζει και να του δίνει μορφή, μπας και ορθοποδήσει το εργαστήρι του πατέρα του και κρατηθεί σε λειτουργία.

Οι ανάγκες είναι φορές που δε λογαριάζουν τα θέλω και η λύση πρέπει να δίνεται με μια σπαθάτη καθαρή κίνηση σαν ένας γόρδιος δεσμός να κόβεται. Η πολλή σκέψη αναλώνει την ουσία και ο χρόνος κυλά πολυέξοδος.

Το λεωφορείο ήρθε και επιβιβάστηκε. Άρχισε να παρατηρεί τους ανθρώπους που στριμωγμένοι κρατιόντουσαν από όπου έβρισκαν, για να μην πέσουν από τα σταμάτα-ξεκίνα και αφέθηκε προσηλωμένος να κοιτά.

Ο Λευτέρης ήταν ένας νέος εικοσιπέντε χρονών. Μέτριος σε ανάστημα, μερικούς πόντους ψηλότερος από τον πατέρα του, με μαλλιά καστανά που μόλις είχαν αρχίσει να αραιώνουν, βλέμμα καθαρό και πρόσωπο στρογγυλό. Ήταν σπανός και αυτό ξεγέλαγε τους ανθρώπους που πάντα τον περνάγανε για κάποια χρόνια μικρότερο. Ο χαρακτήρας του ήταν λιτός. Σταθερός δίχως ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα, άνθρωπος του καθήκοντος και, παρά τις φιλοδοξίες του, εκείνο που τον απασχολούσε διαρκώς ήταν η επιβίωση, μια ανησυχία που μάλλον αναπτύχθηκε λόγω των πενιχρών οικονομικών των γονιών του. Ποτέ του δε θυμάται σαν οικογένεια να τα έβγαζαν άνετα στις υποχρεώσεις τους. Κάθε μήνα κάτι ελλόχευε για να τους απασχολεί και να τους πιέζει, για να προσφέρουν περισσότερα ψυχικά αποθέματα στην πυρά.

«Ωραία η αλλαγή που κάνατε, Θέμη, στα δωμάτια»

«Σου αρέσει, πεθερούλα μου; Είδες πόσο καλύτερα είναι; Τώρα πια, είμαστε άνετοι. Έπρεπε η κρεβατοκάμαρα να γίνει εξ αρχής σε αυτό το δωμάτιο. Είναι πιο φωτεινό, πιο ευρύχωρο, έχει θετική ενέργεια βρε παιδί μου! Το μόνο που μου λείπει τώρα είναι ένα πιο μεγάλο κομοδίνο»

«Κάτσε να το παραγγείλω τώρα. Σαν κι αυτό που έχεις ήδη αλλά σε πιο μεγάλο μέγεθος να σε βολεύει»

«Άστο, βρε Άννα. Μη βιάζεσαι. Δε χρειάζεται να κάνουμε γρήγορες κινήσεις. Βολεύομαι και έτσι προς το παρόν»

«Το γοργόν και χάριν έχει, γαμπρούλη μου. Στη βράση κολλάει το σίδερο. Κάτσε να πάρω τηλέφωνο τον κύριο Στέλιο να το παραγγείλω»

“Βρε μπελά που βρήκα” σκεφτόταν ο Θέμης μέσα του, αλλά το να αρνηθεί στην πεθερά του αυτήν την ελευθερία κινήσεων που ήθελε να έχει, ήταν σα να κήρυττε πένθος στο σπίτι. Οπότε, για την ομαλή συμβίωση, έστω αυτών των λίγων ημερών, για τις οποίες είχε έρθει να μείνει, έκανε την καρδιά του πέτρα και δεν της χάλαγε χατίρι. Τελικά, έχουν δίκιο όσοι λένε πως όταν παντρεύεσαι τη γυναίκα σου, παντρεύεσαι και το σόι της. Η σκέψη, όμως, για ένα πιο μεγάλο κομοδίνο, τόσο σύντομα φτιαγμένο, δεν τον χάλασε καθόλου. Τώρα που έμεινε άνεργος, η αγάπη του για την ανάγνωση θα έβρισκε το χρόνο να χορτασθεί αρκετά. Χρειαζόταν μια άπλα στο κομοδίνο που θα τοποθετούσε τα βιβλία που διάβαζε.

Ε λοιπόν, η αγαπημένη του ώρα της ημέρας ήταν εκείνη ακριβώς που χανόταν μέσα στο λαβύρινθο των βιβλίων του. Βράδυ, φρέσκος μετά από ένα γρήγορο ντους, γυμνός και χωμένος μέσα στη θαλπωρή του παπλώματος και τη γυναίκα του δίπλα να κοιμάται ελαφριά, ακουμπώντας τα κάτω άκρα της με τα δικά του και εκείνος να διαβάζει μια, δυο, ίσως και τρεις ώρες. Εκεί μέσα στις σελίδες ονειρευόταν και ξέφευγε από την πραγματικότητα που τον στοίχειωνε τον τελευταίο καιρό. Η ανεργία του και το άγχος του για το μέλλον, για τη δουλειά, που αν και πότε θα μπορέσει να ξαναβρεί σε μια χώρα που η αγορά είχε σχεδόν παραλύσει, τον καταπίεζε οικτρά. Παρόλα αυτά, ευγνωμονούσε που αυτός και η οικογένειά του είχαν την υγεία τους και δόξαζε το μεγαλοδύναμο που τον έκανε επιρρεπή στη λογοτεχνία μέσα από την οποία καθάριζε τη ψυχή του και γλίτωνε και κάμποσα λεφτά από ψυχολόγους.

Ο Θέμης είχε την ηλικία που σπουδαίες προσωπικότητες στο πέρασμα της ιστορίας απεβίωσαν, όπως ο Χριστός, ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Ναπολέοντας. Όλο μέσα του τον τσίγκλαγε εκείνη η καταραμένη διαίσθηση που είχε πως σε αυτήν την ηλικία ή θα μεγαλουργούσε ή θα πάθαινε κάτι και θα πέθαινε. Ήξερε πως αυτή του η σκέψη ήταν ένα κόλλημα από εκείνα που συχνά του έρχονταν. Από την άλλη όμως, δεν μπορούσε να πάψει να σκέφτεται έτσι και συνεπώς συνέχιζε το μυαλό του να κάνει βόλτες γύρω από αυτούς τους συσχετισμούς. Είχε την τάση να συγχέει γεγονότα που συνέβαιναν στη ζωή του με εκείνα ανθρώπων που για κάποιες πράξεις τους είχαν μείνει στην ιστορία. Ήταν εμφανές πως είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και οι αποτυχίες του στη ζωή αντί να τον προβληματίζουν, τον οδηγούσαν ολοένα και πιο κοντά στην πεποίθηση πως κάτι σημαντικό θα συντελούταν και από τη μια μέρα στην άλλη θα γινόταν η προσωπικότητα που προοριζόταν, από μια άυλη και απροσδιόριστη δύναμη, να γίνει. Όπως έλεγε χαρακτηριστικά για τον εαυτό του, όταν ήθελε να αυτοσαρκαστεί για να κρύψει το κόμπλεξ του, «το έδαφος δεν το γνωρίζω σε αφή, μόνο το προσπερνώ». Έτσι ήθελε να εκφράσει την αιώρησή του στον ουρανό και πως είχε καβαλήσει το καλάμι άνευ λόγου και αιτίας.

Εδώ και μέρες αναρωτιόταν πώς τα πεθερικά του θα έπαιρναν μια νέα αλλαγή στο νοικοκυριό της κόρης τους. Και ο καλός λόγος της πεθεράς του της Άννας ήρθε να ανατρέψει τα προγνωστικά του που συνεχώς έκανε, όπου προκατέβαλλε αρνητικά τις καταστάσεις, και έλεγε στην Ελένη, τη γυναίκα του, πως να είναι σίγουρη ότι καλό λόγο δε θα ακούσει ούτε αυτή τη φορά από τα πεθερικά του.

«Αύριο θα έρθει ο γιος του κύριου Στέλιου να πάρει το κομοδίνο, για να φτιάξει ένα παρόμοιο αλλά μεγαλύτερο και με συρτάρι» φώναξε η πεθερά του από το μέσα δωμάτιο και σαν παραφωνία διέκοψε την ανάγνωσή του από το βιβλίο που τελευταία διάβαζε.

«Τέλεια» απάντησε εκείνος μονοκόμματα και ξαναβυθίστηκε στις σελίδες του βιβλίου του βρίζοντας παράλληλα που τον απέσπασε η πεθερά του από τη συγκέντρωση που τόσο δύσκολα επιτύγχανε.

Εδώ και τρεις μέρες περίμενε η Άννα να της δώσει η κόρη της το πράσινο φως, για να κατέβει στην Αθήνα. Στο χωριό οι δραστηριότητες είναι λίγες και η ζωή κυλά άτονα. Για αυτό κάθε τρεις και λίγο προσπαθούσε να βρει μια πρόφαση, για να κατέβει στην πρωτεύουσα. Εδώ και κάποιους μήνες, αφότου έμαθε πως η κόρη της είναι έγκυος, πετούσε από την χαρά της, καθώς γνώριζε ότι θα ήταν απαραίτητη για τον πρώτο καιρό μετά τη γέννηση της εγγόνας της. Τότε, θα της το ζητάγανε και εκείνοι να κατέβει να τους βοηθήσει.

Από την προηγούμενη νύχτα είχε φτιάξει τη βαλίτσα της και έπειτα από το τρίωρο ταξίδι με το ΚΤΕΛ, τώρα επιτέλους ξεκλείδωνε την πόρτα του σπιτιού της κόρης της. Μαθημένη να μη δέχεται εντολές, δεν είχε τηρήσει τον κανόνα που της είχε θέσει η κόρη της, να χτυπάει κουδούνι προτού μπει στο σπίτι τους. Και τη ζοχάδιαζε κάθε φορά η ξινισμένη μούρη του γαμπρού της, του Θέμη, ο οποίος δυσφορούσε, επειδή εκείνη δεν έλεγε να εννοήσει πως μπορεί το σπίτι να της ανήκε, αλλά το νοικοκυριό ήταν, τώρα πια, της κόρης της.

Δεν πρόλαβε να κάνει τη συνήθη θορυβώδη είσοδό της και ξεκίνησε τις δουλειές άνευ ουσίας, έτσι για να δείχνει πως κάτι σοβαρό έχει να κάνει. Ξανά πότισμα των ήδη ποτισμένων λουλουδιών, μια δεύτερη πλύση των καθαρών πιατικών καθώς και ένα ξεσκαρτάρισμα για πολλοστή φορά των ρούχων και διάφορων συμπράγκαλών της που κατά περίεργο λόγο όλο και πληθαίνανε μέσα σε ετούτο το σπίτι. Οι παραινέσεις της κόρης της, για ξεκαθάρισμα των υπαρχόντων της, γίνονταν διαρκώς και πιο πιεστικές, γιατί ο κόμπος είχε φτάσει στο χτένι. Περιμένανε ένα παιδί, ο γαμπρός της είχε λιγότερα ρούχα μέσα στο σπίτι από ότι εκείνη και η κόρη της δεν είχε που να βάλει τα δικά της.

Το γλυκό το ήξερε από παλιά. Ένα δωράκι στο γαμπρό και όλα θα έβρισκαν τη φυσιολογική τους ροή μέχρι η μνήμη να επιστρέψει και να ξανατσακωθεί με την κόρη της, γιατί δεν έλεγε να νοήσει πως οι ένοικοι αυτού εδώ του σπιτιού αλλάξανε. Ένας καλός λόγος, μετά από τόσο καιρό στέρησης, στο γαμπρό, για την ευφυή του ιδέα να αλλάξουν την κρεβατοκάμαρα, ήταν ικανός να τον γλυκάνει εκ πρώτης. Μόλις μάλιστα τον άκουσε να επιθυμεί ένα νέο κομοδίνο, προσέτρεξε να τον ικανοποιήσει πετυχαίνοντας έτσι με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια. Πάλι της δινόταν η ευκαιρία να επέμβει στην ανανέωση του σπιτιού που τόσο πολύ ποθούσε.

Το τηλέφωνο στο εργαστήρι του κύριου Στέλιου χτύπησε, εκείνος το σήκωσε, αυτή έκανε την παραγγελία και όλα αύριο θα τακτοποιούνταν με την έλευση του Λευτέρη, του γιου του κύριου Στέλιου, όπου θα ερχόταν για να πάρει το κομοδίνο, ώστε να φτιάξει ένα νέο παρόμοιο αλλά σε διαφορετικές διαστάσεις.

Η Άννα δεν ήταν κακή γυναίκα. Θα μπορούσε να πει κανείς πως απλά ήταν ένας δύσκολος άνθρωπος. Ένα ελάττωμα είχε. Ήθελε να είναι το επίκεντρο του κόσμου. Άπαξ και έχανε την πρωτοκαθεδρία, γινόταν δύσθυμη και περίεργη. Γυναίκα αρχοντική, με πολλές επιτυχίες στο φύλο των αντρών στα νιάτα της, είχε παντρευτεί τον Αλέξη, έναν άντρα που πίστεψε πως θα ήταν ιδανικός για οικογένεια και δεν έπεσε έξω. Στην πραγματικότητα, ποτέ δεν έπεφτε έξω. Έτσι και πορεύτηκε στη ζωή της. Έκανε μια οικογένεια που επιθυμούσε με δυο τέκνα και ζούσε τη ζωή της μέσα από τις πολλές δραστηριότητες που είχε. Ποτέ δεν άφηνε το χρόνο να πάει χαμένος. Ακόμα και όταν γινόταν ανακωχή ανάμεσα στις δουλειές και εκείνη, έπιανε το τηλέφωνο και δεν ξεκολλούσε από το ακουστικό του μέχρι να βαρεθεί και τον ίδιο της τον εαυτό που φλυαρούσε. Νάρκισσος έως κάποιο βαθμό αλλά εξαιρετικά καλόψυχη και θρήσκα. Η ζωή της ολόκληρη εξελισσόταν μέσα από τις διδαχές της Ορθοδοξίας. Μέσα από εκεί είχε βρει νόημα στη ζωή της και δεν έλεγε να παρεκκλίνει για τίποτα στον κόσμο.

Η ώρα πήγε τρεις. Σε ένα τέταρτο υπολόγιζε να είναι στο σπίτι της κυρίας Άννας. Από το μυαλό του δεν έβγαινε η Γωγώ. Την είχε αγαπήσει. Πώς μπορούσε τώρα αυτή, τόσο άσπλαχνα, να κόβει αυτό που είχανε. Από την άλλη, ποτέ του δε θα ήθελε να μείνει σε μια σχέση που εκείνη θα καθόταν μαζί του, μόνο και μόνο, από λύπηση. Δεν ήθελε τη συμπόνια της. Δεν την είχε ανάγκη. Τόσες δυσκολίες δεν τον καθηλώσανε. Θα πέρναγε και αυτή η μπόρα. Ο πόνος θα εξελισσόταν σε θυμό και ο θυμός σε γλυκιά ανάμνηση. Ήθελε το χρόνο του, σίγουρα.

Το λεωφορείο σταμάτησε. Κατέβηκε και άρχισε να περπατάει. Θυμάται σαν άλλοτε που περπατούσε μαζί με τη μητέρα του. Στα δεκαέξι του, ακόμα δεν είχε τελειώσει το σχολείο, μια μέρα τον πήρε η μητέρα του με τη δικαιολογία να της κάνει παρέα στα μαγαζιά. Εκεί, έξω από ένα μαγαζί με παπούτσια, του είχε εκμυστηρευτεί πως σε λίγο καιρό δε θα ήταν, πια, κοντά του. Η ασθένεια ήταν σε προχωρημένο στάδιο και ο ιατρός τής έδινε ζωή μόλις για τρεις μήνες. Καλπάζουσα η μορφή του καρκίνου. Και ο ιατρός είχε δίκιο. Έτσι ξαφνικά έφυγε η μητέρα του, όπως ξαφνικά έμαθε και το μαντάτο της αρρώστιας της.

Το κουδούνι έγραφε Θέμης Μουρούζης και από κάτω Ελένη Δεληγιώργη. Αναγνώρισε από το όνομα της κόρης της το επώνυμο της κυρίας Άννας και πάτησε το κουμπί. Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, η πόρτα άνοιξε και παίρνοντας τον ανελκυστήρα, ανέβηκε στον τρίτο. Η κυρία Άννα τον περίμενε στην πόρτα και τον καλωσόριζε με ένα μεγάλο χαμόγελο.

«Θέμη εγώ τρώω» φώναξε στο γαμπρό της, καθώς σέρβιρε το πιάτο της με χόρτα που είχε μαζέψει και φέρει στην Αθήνα από το χωριό. Τα είχε μαγειρέψει ώρα, για να μαλακώσουν και τώρα τα έτρωγε με όρεξη, μαζί με ψωμί χωριάτικο. Πεινούσε και δεν κρατιόταν να περιμένει άλλο.

Ο Θέμης ήρθε στην κουζίνα και τη ρώτησε αν θέλει να φάει και μακαρόνια που θα έφτιαχνε, αλλά εκείνη του απάντησε αρνητικά. «Περιμένω το παιδί για το κομοδίνο να έρθει» είπε στο γαμπρό της.

«Τι ώρα θα έρθει;» τη ρώτησε εκείνος.

«Από ώρα σε ώρα. Για αυτό τρώω τώρα, για να είμαι έτοιμη» απολογήθηκε εκείνη.

Ήταν ωραία τα αγριόχορτα που είχε μαζέψει. Είχε ξεριζώσει μάλιστα και κάποια μυρωδικά που βάζουνε στις πίτες. «Γλύκισμα τα άτιμα!» σιγοψιθύρισε και συνέχισε να τα εξαφανίζει μέσα στο στομάχι της, με τη συνοδεία μπόλικου ψωμιού.

Αφού τέλειωσε, έπλυνε το πιάτο της και πήγε να τακτοποιήσει τα πράγματά της. Αυτό το κομοδίνο θα έφερνε αρμονία στην κρεβατοκάμαρα και θα είχε βάλει, επιπλέον, τη δική της πινελιά. Το άρωμα της θα υπήρχε και πάλι στο δωμάτιο που πριν κάμποσο καιρό ήταν ο χώρος φιλοξενίας της. Χαμογέλασε ικανοποιημένη, σκεπτόμενη όλα αυτά. Κάποια στιγμή το κουδούνι χτύπησε και έτρεξε όλο χαρά να ανοίξει. Ήταν ο Λευτέρης. Ένα μεγάλο χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της.

Ο Θέμης ήταν απορροφημένος στο βιβλίο του. Ο ουρανός έξω είχε συννεφιάσει και, για να μπορεί να βλέπει καλύτερα, είχε ανοίξει το πορτατίφ. Οι σκέψεις του γύριζαν συνέχεια στο κεφάλι του και συγκέντρωση δεν έβρισκε. Ήταν από εκείνες τις αναθεματισμένες φορές που διάβαζε και ο νους του έτρεχε αλλού, και, κάποια στιγμή αργότερα, συνειδητοποιούσε πως ό,τι μέχρι εκείνη τη στιγμή είχε διαβάσει, τίποτα δεν είχε κατακάτσει στο μνημονικό του. Λες και διάβαζε λευκές σελίδες.

Βαρυγκωμώντας παράτησε την ανάγνωση και πήγε στην κουζίνα να μαγειρέψει. Η ώρα ούτως ή άλλως είχε περάσει και έπρεπε να φάει κάτι ελαφρύ, για να χωνέψει. Τα απογεύματα πήγαινε για τρέξιμο. Τώρα, που είχε μείνει άνεργος, δεν άφηνε μέρα δίχως κινησιοθεραπεία. Ιερή ώρα θεωρούσε την ώρα που αθλούταν και τηρούσε απαρέγκλιτα το πρόγραμμά του.

Ρώτησε την Άννα αν ήθελε κι εκείνη μακαρόνια και, αφού του είπε πως δεν ήθελε, έβαλε τέτοια ποσότητα που να μπορέσει να την καταναλώσει μόνος του. Σε δέκα λεπτά ήδη καθόταν στο τραπέζι και, με λίγο βασιλικό πάνω στην αλντέντε μακαρονάδα του, έτρωγε με λαιμαργία μιας και πεινούσε αρκετά εδώ και ώρα.

Σκεφτόταν το απόγευμα που θα ερχόταν η Ελένη από τη δουλειά της. Τον τελευταίο καιρό του έλειπε πολύ και οργάνωνε έτσι το χρόνο του, ώστε να περνάει όσο το δυνατόν περισσότερη ώρα μαζί της. Το παιδί τους μεγάλωνε μέσα στα σπλάχνα της και μαζί θέριευαν και οι ελπίδες για μια ζωή με περισσότερο αλάτι. Ένα παιδί πάντα φέρνει χαρά, του λέγανε και ήταν σίγουρος πως θα τη νιώσει.

Έμεινε μόνος στην κουζίνα, ενώ η πεθερά του πήγε να τακτοποιηθεί. Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και, πάνω στην τελευταία του μπουκιά, το κουδούνι χτύπησε. «Το παιδί μάλλον θα είναι» φώναξε στην Άννα και εκείνη αμίλητη έτρεξε να ανοίξει την πόρτα. Η χαρά της πεθεράς είχε κάνει δολιοφθορά στην ακοή της.

«Γεια σου, παιδί μου» καλωσόρισε η Άννα το Λευτέρη. «Το βρήκες εύκολα το σπίτι; Θυμάσαι; Είχατε έρθει και το καλοκαίρι με τον πατέρα σου για το κρεβάτι. Θυμάσαι. Δε θυμάσαι;»

«Γεια σας. Ναι, μια χαρά. Το βρήκα αμέσως, κυρία Άννα. Πως και δε θυμάμαι. Αφού μαζί το τοποθετήσαμε. Δεν έχει περάσει δα και πολύς καιρός»

«Λοιπόν, Λευτέρη. Εδώ έχω βγάλει το κομοδίνο για να το δεις και να το πάρεις»

«Δε χρειάζεται, κυρία Άννα, να το πάρω. Θα πάρω τα μέτρα και το ένα ράφι, για να έχω δείγμα του χρώματος. Αυτό μας αρκεί»

«Να είσαι καλά, παιδί μου. Είπαμε με το γαμπρό μου να έχει διαστάσεις σαράντα πέντε επί τριάντα πέντε και να μπει και ένα συρτάρι. Έχω ενημερώσει και τον πατέρα σου»

Ακούγοντας τη συζήτηση ο Θέμης που δεν ήθελε να εμφανισθεί – δεν ήταν άνθρωπος των κοινωνικών επαφών – βγήκε από την κουζίνα και παρενέβη στην κουβέντα τους.

«Με συγχωρείτε που σας διακόπτω. Καλησπέρα!» χαιρέτησε το Λευτέρη. «Μόνο μια διευκρίνιση να κάνω. Οι διαστάσεις που σας είπαμε είναι μετρημένες από τον μπρούντζο, δηλαδή από άκρη σε άκρη και όχι το ξύλινο ράφι που θα πάρετε ως δείγμα. Το αναφέρω διευκρινιστικά, γιατί μαζί με τον μπρούτζινο σκελετό, θα πρέπει να αφαιρέσετε δυο με τρεις πόντους από τις διαστάσεις που σας έδωσε η πεθερά μου»

«Ναι, φυσικά. Κανένα πρόβλημα» απάντησε στο Θέμη ο Λευτέρης.

Η Άννα έδωσε τις τελευταίες πληροφορίες στο Λευτέρη. Εκείνος διαβεβαίωσε ότι το κομοδίνο θα είναι έτοιμο την επόμενη Πέμπτη και αποχώρησε με το δείγμα παραμάσχαλα. Ο Θέμης είχε ταμπουρωθεί, ήδη, πάλι μέσα στο γραφείο του.

Ο Λευτέρης βγήκε από το ασανσέρ. Άρχισε να ξανασκέφτεται τη Γωγώ και το πόσο παράλογη ήταν η συμπεριφορά της. «Πάλι καλά» σκέφτηκε «που έχουμε και λίγη δουλειά». Ο Θέμης άρχισε να ονειρεύεται, πάλι παρεμβατικά στο διάβασμά του, το κομοδίνο που θα συγκρατούσε το βάρος των βιβλίων του και τις ώρες που θα περνούσε ευχάριστα στο χώρο που έφτιαξε με τόση προσοχή και η Άννα ήταν πανευτυχής που για μια ακόμη φορά η παρέμβασή της έφερε τη χαρά σε γαμπρό και κατασκευαστή, που διαμεσολάβησε με το επικοινωνιακό της χάρισμά, για να «φωτίσει» την κρεβατοκάμαρα, και εντέλει ικανοποίησε το δικό της υπαρξιακό κενό.

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Άρης Καραγεώργος λέει:

    Το απόλαυσα κυριολεκτικά Γιάννη!
    Ένα φιλοσοφημένο ψυχογράφημα παράλληλων βίων, με πλούσιο υπόστρωμα ανθρωπιάς. Καταδεικνύεις ανάγλυφα, πως η ικανότητα διεισδυτικότητας και αγάπης, δημιουργεί μεταξύ διαφορετικών ανθρώπων, προϋποθέσεις υγιών ισορροπιών, χωρίς κατ’ ανάγκη να είναι συμβιβασμοί!…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s