Ο Φώτης, η Λενιώ και το καμπαναριό

Posted: Μαρτίου 19, 2013 in Διηγήματα
Ετικέτες: , , , , , , , ,

Ο δείκτης του ρολογιού στο καμπαναριό έδειχνε τέσσερις. Ο ήλιος έγερνε προς το βασίλεμά του και έριχνε το αποδυναμωμένο του φως πάνω στην πλαγιά που ήταν φτιαγμένο τούτο το χωριό. Ένα σπίτι με μπαλκόνι στη σκεπή, όπου υπήρχε σοφίτα, ένα άλλο με τα παραθυρόφυλλα κλειστά και, λίγο παραδίπλα, ένα τρίτο με μια μικρή αυλή αμέσως μετά την σιδερένια πόρτα, όλα χτισμένα από πέτρα, έστεκαν αρχοντικά. Στη μικρή τους μάζωξη, με τα χρόνια, ήρθαν κι άλλα να προστεθούν και να μεγαλώσουν την οικογένεια. Το ένα δίπλα στο άλλο, συντροφικά, για να μπορούν να αντιμετωπίζουν το δύσκολο καιρό.

Η καμπάνα χτύπησε κάποιες φορές να ενημερώσει τους χωριανούς για την αλλαγή της ώρας. Τώρα το χωριό είχε πάρει ένα χρώμα κάτι ανάμεσα σε χρυσαφί και κόκκινο. Οι αχτίνες του ήλιου περνούσαν από όπου έβρισκαν δίοδο και δημιουργούσαν σκιάσεις που πρόδιδαν την κλίση του. Σαν το τελευταίο ξέσπασμα πριν το γέρμα του ακτινοβολούσε ζωηρά, βάφοντας έντονα τις καλλιτεχνίες των ανθρώπων.

Το καμπαναριό στεκόταν πίσω από τα σπίτια, επιβλητικό, πάνω από την εκκλησία, στην άκρη της πλαγιάς, για να είναι ορατό από τα μάτια ολονών. Το ρολόι υπενθύμιζε την ώρα της μέρας και, μόλις το φεγγάρι θα έπαιρνε τη θέση του φωτοδότη ήλιου, θα φωτιζόταν με τη βοήθεια ενός λύχνου εσωτερικά, για να μετρά τα λεπτά, μέχρι οι κάτοικοι αυτού του μικρού χωριού κλειστούν στα σπίτια τους για τις στερνές ώρες της μέρας.

Ο Φώτης καθόταν ήρεμος στην απέναντι πλαγιά και αγνάντευε αυτό το κάδρο. Είχε παλουκωθεί πάνω σε μια πέτρα μεγάλη, περιμένοντας τα ζώα να φάνε το πλούσιο χορτάρι, που τώρα έβγαινε, στις αρχές της άνοιξης. Ένα τσιγάρο για συντροφιά κρατούσε στο χέρι και ο Μήτρος πηγαινοερχόταν ανάμεσα στα ζώα, οργανώνοντάς τα μη και ξεφύγει κάποιο από το κοπάδι.

Ο πιστός του σκύλος έκανε όλη τη δουλειά για αυτόν. Μικρός, σβέλτος, με ικανότητες ανθρώπου, αυτό το σκυλί το είχε προικίσει ο Θεός. Άλλο ταίρι τόσο πιστό και αγαπητό δε θα ματάβρισκε ο Φώτης. Τυχερός άνθρωπος, να έχει στη δούλεψή του έναν τόσο ικανό εργάτη.

Μόλις είχε αρχίσει να γλυκαίνει ο καιρός, και έκανε μανούβρα και έπεσε βαρυχειμωνιά και πάλι, να υπενθυμίσει ο Μάρτης πως έτσι ανώδυνα δε θα περπατάγανε προς την άνοιξη. Από εχθές έριχνε νιφάδες χιονιού, κάποια στιγμή το είχε γυρίσει και σε χαλάζι, που μέσα σε μια ώρα το είχε στρώσει, όπου έβρισκε πρόσφορο έδαφος και δεν ήταν βρεγμένα, και ύστερα νηνεμία και μετά πάλι χιονονιφάδες.

Όσο και να ποθούσε ο Φώτης τη ζεστασιά, το σαγηνευτικό λευκό πέπλο του χιονιού κατακτούσε το συναίσθημά του. Αυτή η ομορφιά της φύσης, που κατακλυζόταν από τις άσπρες μουντζούρες των παγωμένων σταγόνων, σαν κάποιος ζωγράφος να είχε μια τέμπερα και να πιτσιλούσε με το πινέλο πάνω στο πληθωρικό πράσινο, και ο ουρανός, που έβρεχε μικρές μικρές μπαλίτσες άσπρου χρώματος, ήταν μια εικόνα που, όσες φορές και να την αντίκριζε ο Φώτης, τον συγκινούσε.

Η Λενιώ είχε πάρει ήδη το μονοπάτι που οδηγούσε στο σημείο που αντάμωνε κρυφά τον αγαπημένο της. Ανάμεσα σε χαμηλή βλάστηση, με κυρίως αγρωστώδη, όπου οι πατημασιές είχαν χαράξει τη διαδρομή, με τις ανθισμένες αμυγδαλιές στα πλαϊνά να αγκαλιάζουν τη γύρω περιοχή τους, η Λενιώ περπατούσε και μονολογούσε μέσα της λόγια αγάπης που θα έλεγε στο λατρεμένο της, μόλις θα τον αντίκριζε από κοντά. Η αναμονή για τη λιγόλεπτη μυστική συνάντησή τους δυνάμωνε την προσμονή της και ερέθιζε τη σκέψη και την πηγή της σαρκικής της ηδονής ανάμεσα στα σκέλια της.

Άντρα σαν το Φώτη δεν είχε ματαδεί. Το άγγιγμά του, και μόνο, αρκούσε για να ηλεκτρίσει κάθε ίνα της στο θηλυκό της σώμα. Αναριγούσε σαν τα χέρια του ερευνούσαν κάθε πτυχή των κυττάρων της και χαμόγελο ευδαιμονίας σχηματιζόταν στα χείλη της, παραδομένη στην αντρική του ορμή. Τότε, έπλεκε με τα χέρια της το δασύτριχο στέρνο του, καθώς εκείνος ανίχνευε τις καμπύλες της και ένιωθε γυναίκα, αφού εκείνος κατάφερνε να της φέρνει στην επιφάνεια όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που αναδεικνύανε στο έπακρο τη θηλυκότητά της. Τα χείλη του ρουφούσαν τα δικά της και, με μια βίαιη αλλά λυτρωτική κίνηση, εισχωρούσε στο σώμα της να γλυκάνει το διψασμένο της πόθο.

Εκείνες τις λιγοστές στιγμές, μέσα στη βιασύνη του χρόνου, η Λενιώ ανακάλυπτε την πραγματική ολοκλήρωσή της. Εκεί, βίωνε την ευτυχία ενός ανθρώπου να αξιοποιεί μέχρι τελευταίας ρανίδας τις δυνατότητες του φύλου του και μέσω αυτών να εξυψώνεται στα θεία.

Και μέσα σε αυτήν την πληρότητα, για την κοινωνία ήταν αμαρτωλή από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Ο άγραφος νόμος όριζε πως είχε ατιμάσει την οικογένειά της με το χειρότερο τρόπο, ενώ, από την άλλη, η Λενιώ, όσο και βαθιά μέσα της να ήξερε την αλήθεια, γνώριζε το ρίσκο που έπαιρνε. Δεν μπορούσε όμως να αντισταθεί στο ένστικτο, σε αυτό που η φύση της έδωσε, για να κρατά την ισορροπία μέσα της. Δεν μπορούσε να μη λυγίσει στο αρρενωπό τούτο ρσενικό με την ευαίσθητη ψυχή. Ποια γυναίκα θα έλεγε όχι στα γαλάζια μελαγχολικά του μάτια που στάζαν μέλι σαν τα θωρούσε την ώρα της ερωτικής πράξης; Ποιο γυναίκειο σώμα θα εθελοτυφλούσε μπροστά στο σμιλευμένο αυτό κορμί;

Πολυπόθητος ήταν ο Φώτης στο γυναικείο πληθυσμό του χωριού. Οι γυναίκες κάνανε ουρά στο πέρασμά του, ποια πρώτη θα του χαμογελάσει και θα τον κερδίσει με τα σκέρτσα της. Το ρίσκο όμως, να ενδώσουν στο σαρκικό του κάλεσμα, λίγες το παίρνανε. Ο φόβος της σπίλωσης του ονόματος της οικογενείας ήταν μεγάλος και, σίγουρα, κάτι τέτοιο δε θα έμενε ατιμώρητο. Το πολύτιμο δώρο της σαρκικής ηδονής, που τόσο απλόχερα χάρισε η υπέρτατη δύναμη στον άνθρωπο, οι περισσότερες γυναίκες ήταν καταδικασμένες να μην το χαρούν, παρά μόνο μετά το συμβόλαιο του γάμου και, μάλιστα, με άνδρα πολύ πέρα της δικής τους επιλογής. Ο σύζυγος αποτελούσε απόφαση του πατριάρχη της φαμίλιας, του πατέρα. Εκείνος είχε το λόγο για το κατά πως θα διαθέσει τα τέκνα του προς όφελος της οικογενείας. Αν ο πατέρας το έκρινε σκόπιμο, θα θυσίαζε τα παιδιά του σα σφακτάρια, για να μπορέσει να επιβιώσει η υπόλοιπη οικογένεια. Το πού θα δοθεί η σάρκα της σάρκας του ήταν ζητούμενο ζωής. Όσο γεννοβολούσαν, τόσο μίκραινε η αξία της ζωής των νέων ψυχών. Οι άντρες γεννούσαν και οι γυναίκες τίκτανε σαν τα ζώα. Όλοι ήταν αναλώσιμοι, σαν οι ψυχές να μην υπήρχαν στα ανθρώπινα κορμιά.

Η Λενιώ έφτασε στο σημείο που έβοσκε ο Φώτης. Τον είδε εκεί να κάθεται, πάνω σε μια πέτρινη μάζα, και να συλλογάται. Εκείνος, μόλις την πήρε είδηση, έτριψε με μια σβέλτη κίνηση το μουστάκι του, δείχνοντας έτσι την αδημονία του, για να τη γευτεί.

Στρώσανε, λίγο πιο πέρα, κάτω από μια κερασιά, τη βελέντζα και χίμηξε εκείνος διψασμένος πάνω της να αρπάξει ό,τι προλάβει, μέσα στα λιγοστά λεπτά που είχανε στη διάθεσή τους, για να μην προδοθούν.

Ο χρόνος έχει τα καλά του, αλλά έχει και τα κακά του. Όσο επουλωτικός είναι με το πέρας του, άλλο τόσο προδότης γίνεται αν μακροημερεύει.

Ο Φώτης πρώτος σηκώθηκε, έχοντας χορτάσει το πρωτόγονό του ένστικτο. Η Λενιώ τακτοποιούσε το ρουχισμό της και προσπαθούσε να φτιάσει τα μπλεγμένα μαλλιά και τα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα. Το αγριωπό πρόσωπο του Φώτη είχε γδάρει την απαλή της επιδερμίδα, συνάμα όμως είχε καλύψει και την επιθυμία της. Ο πόνος πολλές φορές μπερδεύεται με την απόλαυση. Το συναίσθημα διαστρεβλώνει τη λογική και εκείνη εκλαμβάνει ως ορθό αυτό που προσφέρει χαρά στη σάρκα.

Τακτοποιήθηκαν και οι δυο, και με ένα απλό νεύμα χώρισαν πλήρεις ικανοποίησης. Ο Φώτης πήρε, πάλι, τη θέση του πάνω στην πέτρα και η Λενιώ το μονοπάτι της επιστροφής, δίπλα στην ανθισμένη γη. Ο Φώτης έστριψε τσιγάρο βαρύ, από το καλό χαρμάνι που είχε, και κάθισε πάλι να κοιτά την απέναντι πλαγιά.

Τώρα γύριζε στο μυαλό του ο απόηχος της ερωτικής τους συνεύρεσης. Τα πανωφόρια που έβγαλε αργά από τη Λενιώ, παρόλη την αχόρταγη επιθυμία του, τα γυμνά της μέρη που αντίκριζε ένα ένα και το μεθυστικό της άρωμα που ζωήρευε τα ρουθούνια του και αύξαινε την ορμή του. Πόσο λαίμαργα είχε ορμήσει, ύστερα από την αργή ιεροτελεστία της αποκάλυψης της γύμνιας της Λενιώς, και εκτονώσει όλη του τη συμπιεσμένη ενέργεια τόσων ημερών! Αυτή η προσμονή, έχοντάς την στο μυαλό του για μέρες, ήταν τόσο ψυχοφθόρα, όσο και ποθητή. Απαραίτητο συστατικό για την ιερή συνεύρεση τους.

Παρόλο που ο Φώτης με ένα του νεύμα μπορούσε να έχει όποια ήθελε κάτω από το καλογυμνασμένο του σώμα, τη Λενιώ δεν την άλλαζε με καμιά. Η Λενιώ ήταν θερμή γυναίκα. Του κάλυπτε κάθε ανεξερεύνητο πόθο του. Ζουμερή και απελευθερωμένη από οποιοδήποτε δισταγμό, έκανε έρωτα με όλο της το είναι. Δοτική και πρόθυμη στα καλέσματα του Φώτη. Η αγριάδα του ρσενικού εξημερωνόταν στη μειλίχια δύναμη του θηλυκού. Σαν μάνα γη τον υποδεχόταν ανάμεσα στα σκέλια της και εκείνος έβρισκε πάλι το κομμάτι που ο Μεγαλοδύναμος του στέρησε από τα πλευρά του. Μόνο εκείνη την ώρα αισθανόταν πλήρης. Μακριά από πρόστυχες σκέψεις, ένιωθε το σώμα του να γίνεται ένα με το σώμα της Λενιώς. Οι μυρωδιές της αναμιγνύονταν με τις δικές του και τα μέλη τους αγκάλιαζαν το ένα το άλλο, για να μην περισσέψει τίποτα ακάλυπτο. Δυο σώματα σμίγανε και γίνονταν ένα, και σαν κουβάρι κυλιόντουσαν πάνω στη γη από όπου προήρθαν.

Τα δυο φύλα άκουγαν το κέλευσμα της φύσης. Μόλις που εκείνη αρχίναγε να ανθίζει, οι ορμές και στους ανθρώπους, ως μέρος της, μεγάλωναν κι αυτές, ώσπου έφταναν στο αποκορύφωμά τους και στο ξέσπασμά τους με τον ερχομό του καλοκαιριού.

Ο Φώτης, παρόλο το παράνομο της σχέσης τους, τιμούσε τη Λενιώ, προσπαθώντας να την προστατεύσει από τις κακοτοπιές. Για αυτό και όλη αυτή η ερωτική πράξη συντελούταν τόσο μυστικά, ως ένα τυχαίο γεγονός. Ποτέ του δεν είχε δώσει δικαίωμα σε κανέναν και ό,τι γινόταν εδώ στο χωράφι, το είχε κλείσει μέσα του σαν επτασφράγιστο μυστικό. Ούτε στον αγαπημένο του φίλο, το Χαράλαμπο, δεν το είχε εκμυστηρευτεί, γιατί γνώριζε καλά πως οι συνέπειες για τη Λενιώ θα ήταν εξαιρετικά κακές. Η προσβολή της οικογένειάς της θα ήταν ανεπανόρθωτη και τέτοια, που μόνο με αίμα θα μπορούσε να ξεπληρωθεί. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, πολύ δύσκολα η Λενιώ θα έβρισκε άντρα για παντρειά.

Πολλά πράγματα, όμως, στη ζωή, όσο και καλά ο άνθρωπος να τα οργανώσει και να τα προγραμματίσει, δεν τα ορίζει εκείνος. Στα σκαλιά του σπιτιού της Λενιώς, ο πατέρας της την περίμενε να της πει το στερνό αντίο. Ένα πουλάκι πρόκαμε και μετέφερε τα μαντάτα. Η Λενιώ τον είδε να στέκεται βαρύς στο κεφαλόσκαλο, και ένα αφελές χαμόγελο του έριξε ευτυχισμένη, που προ ολίγου ένας άντρας είχε ικανοποιήσει καλά το πρωτόγονο ένστικτό της. Ο πατέρας της άνοιξε στοργικά την αγκαλιά του και, καθώς εκείνη έπεσε μέσα της για να κουρνιάσει, την έκλεισε, και με μια δυνατή μαχαιριά πήρε πίσω το σπλάχνο του. Η Λενιώ με ένα απορημένο βλέμμα, παραπονιάρικο, έγειρε στον ώμο του και, σα μωρό που μόλις έφαγε, έκλεισε τα μάτια της και “κοιμήθηκε”. Η πατρική στοργή δεν άφησε να ατιμαστεί η κόρη.

Λίγο πιο πέρα, ο Φώτης, ακόμα ερεθισμένος από τους νεανικούς χυμούς της Λενιώς, θωρούσε το κάδρο που πριν κάμποση ώρα το άφησε, για να χορτάσει και τις άλλες του αισθήσεις.

Ο δείκτης του ρολογιού στο καμπαναριό έδειχνε εφτά. Ο ήλιος ήδη είχε βασιλέψει και το φως τώρα πια ήταν λιγοστό. Τα χρώματα στην πλαγιά είχαν μεταλλαχτεί σε σκούρα απόχρωση του μπλε, οδεύοντας με γρήγορους ρυθμούς προς το μαύρο. Ένα σπίτι με μπαλκόνι στη σκεπή, όπου υπήρχε σοφίτα, ένα άλλο με τα παραθυρόφυλλα κλειστά και, λίγο παραδίπλα, ένα τρίτο με μια μικρή αυλή αμέσως μετά την σιδερένια πόρτα, όλα χτισμένα από πέτρα, φέγγονταν ίσα ίσα, αφήνοντας σκιάσεις σαγηνευτικές. Στη μικρή τους μάζωξη με τα χρόνια ήρθαν κι άλλα να προστεθούν και να μεγαλώσουν την οικογένεια. Το ένα δίπλα στο άλλο, συντροφικά, για να μπορούν να αντιμετωπίζουν το δύσκολο καιρό.

Η καμπάνα χτύπησε κάποιες φορές να ενημερώσει τους χωριανούς για την αλλαγή της ώρας. Τώρα το χωριό είχε πάρει ένα χρώμα κάτι ανάμεσα σε μπλε και μαύρο. Οι αχτίνες του φεγγαριού περνούσαν από όπου έβρισκαν δίοδο και δημιουργούσαν σκιάσεις που πρόδιδαν την κλίση του. Σαν το πρώτο ξέσπασμα από την εμφάνισή του, ακτινοβολούσε ζωηρά, βάφοντας έντονα τις καλλιτεχνίες των ανθρώπων.

Το καμπαναριό στεκόταν πίσω από τα σπίτια, επιβλητικό, πάνω από την εκκλησία, στην άκρη της πλαγιάς, για να είναι ορατό από τα μάτια ολονών. Το ρολόι υπενθύμιζε την ώρα της μέρας και, μόλις ο ήλιος θα έπαιρνε τη θέση του ετερόφωτου φεγγαριού, θα έσβηνε ο λύχνος που έκαιγε μέσα του, για να μετρά τα λεπτά, μέχρι οι κάτοικοι αυτού του μικρού χωριού ξεπορτίσουν από τα σπίτια τους για τις πρώτες πρωινές ώρες της ημέρας.

Μια τουφεκιά ακούστηκε στον αέρα και έκανε αντίλαλο στα διπλανά βουνά. Ένα λυγερό κορμί έπεσε χάμω και ένα τσιγάρο αναμμένο συνέχισε να καίει στα υγρά χορτάρια που μόλις είχαν φυτρώσει…

Advertisements
Σχόλια
  1. Ο/Η Άρης Καραγεώργος λέει:

    Συνήθως, ότι έρχεται από μακρυά, του δίνουμε πιότερη σημασία και δεν αναγνωρίζουμε ανάλογα τα κοντινά μας. Ε΄ Γιάννη, επειδή δεν είμαι «πρεσβίωπας» στο πνεύμα, αντιλαμβάνομαι και γύρω μου αξίες, χωρίς να ζητήσω τίτλους απ’ το εξωτερικό-που βέβαια δεν παραβλέπω-. Για μένα όμως η ουσία μετράει, κι εδώ υπάρχει ουσία!…Ευχέρεια στη γραφή με ολοζώντανες περιγραφές. Τόσο ζωντανές που ανεύλιζαν οι πόθοι του ζευγαριού κι οι μυρωδιές με τα χρώματα της φύσης. Δυστυχώς, τελείωσα λυπημένος, γιατί τα «χρηστά ήθη» σκότωσαν την ομορφιά της πλάσης, σύμφωνα με τη ροή του ΥΠΕΡΟΧΟΥ(!!!) διηγήματός σου!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s