rouva_parvekkeella_koiraΚάθε βράδυ ξεμυτούσε από την κρυψώνα της και έβγαινε έξω στο μπαλκόνι να δει τους διαβάτες. Ήταν η καθιερωμένη καθημερινή βραδινή της ατασθαλία. Φορούσε ένα άσπρο νυχτικό, φθαρμένο από την πολυκαιρία και την χρήση του πάνω στο γέρικο σώμα της, και τα μαλλιά της, άσπρα και αυτά, αχτένιστα συνήθως, ανέμιζαν και θύμιζαν νιότη, αν τύχαινε και κάποιο αεράκι περνούσε από το στενό της Αθανασίου Διάκου.

Ακουμπούσε τους αγκώνες της πάνω στο κάγκελο και έσκυβε ελαφρώς το βλέμμα της προς τα κάτω να κατασκοπεύσει τον κόσμο που διέσχιζε τον πεζόδρομο της Μακρυγιάννη. Έβλεπε μια την Ακρόπολη μια τους ανθρώπους και αν ήταν τυχερή, άκουγε κάποιον πλανόδιο μουσικό και αναθυμόταν τα νεανικά της χρόνια, όταν αυτή η γωνιά της Αθήνας ήταν αρκετά διαφορετική. Γειτονιά καλούταν τότε. Το μυαλό της έκανε γυροβολιές στους βιαστικούς αναβάτες του χρόνου, σα να ήθελε να αρπάξει έστω έναν από αυτούς για να τον επιπλήξει για την αδημονία του να περνάει στα γρήγορα τις ζωές των ανθρώπων.

Πότε έφτασε από κορίτσι να γίνει γιαγιά ούτε εκείνη το κατάλαβε. Λες και με ένα μαγικό ραβδί κάποια νεράιδα τη μετέφερε στην τωρινή της ηλικία και της έδωσε άπλετο χρόνο να σκέφτεται τα χρόνια που πέρασαν. Λες και όσα βίωσε τα ένιωσε τόσο στιγμιαία όσο αρκούσε για να τα επαναφέρει τώρα στη μνήμη της. Αν και θα έλεγε πως τώρα πια της ήταν δύσκολο να θυμηθεί πολλά από τα γεγονότα της ζωής της. Η φύση την είχε προικίσει, όπως όλους μας άλλωστε, να θυμάται τα πιο έντονα σε συναίσθημα περιστατικά είτε καλά είτε άσχημα, εκείνα που την καθόριζαν σα χαρακτήρα και της έδιναν υπόσταση, και τα υπόλοιπα να τα κρατά στην αποθήκη των λησμονημένων.

Η κυρία Νίκη, κάποιες φορές, έτριβε τα χέρια της πάνω στο μεταλλικό κάγκελο να αισθανθεί την υφή του. Πάνε χρόνια από τότε που όλες της οι αισθήσεις λειτουργούσαν άρτια. Σιγά σιγά με τον καιρό, αιφνιδιαστικά, η μια άφηνε τα σκήπτρα στην άλλη να συνεχίσει, ώστε να υποκαταστήσει το έργο της. Λίγο άκομψη ενέργεια, απαραίτητη όμως για τη βιωσιμότητα του ανθρώπινου οργανισμού που υπηρετούσε. Η κυρία Νίκη χάιδευε το μέταλλο προσπαθώντας να αισθανθεί και αφού δεν το κατόρθωνε, επιστράτευε το μνημονικό της να θυμηθεί την αίσθηση της χαμένης της αφής.

Ο κόσμος της πόλης δεν της ταίριαζε. Ονειρευόταν άλλο μέλλον για τον εαυτό της. Μια δουλειά άνετη χωρίς πολλές απαιτήσεις και ευθύνες, ένα εισόδημα επαρκές για τις λιγοστές της ανάγκες και ένα σύντροφο. Ο σύντροφος αυτός ποτέ δεν ήρθε, η φύση της εργασίας της ήταν τέτοια, ώστε αποδείχθηκε ανέφικτη η απόδρασή της στην επαρχία που τόσο επιζητούσε και οι ανάγκες της όσο και λίγες να παρέμεναν, στην πόλη το κόστος για να τις καλύψει ήταν μεγεθυμένο, οπότε η πολύωρη εργασία αποτέλεσε προϋπόθεση για να μπορέσει να επιβιώσει.

Η αλήθεια είναι πως δούλεψε σκληρά όλα αυτά τα χρόνια και σίγουρα περίμενε κάτι παραπάνω σε απολαβές για τα στερνά της. Τη σύνταξη της την τσεκουρώσανε, το εφάπαξ σχεδόν της το ακυρώσανε και η μόνιμη αγαπημένη της φορολογία, χρόνο με το χρόνο, συνέσφιγγε τις σχέσης της μαζί της. Οι επιλογές δεν ήταν πολλές, στην ηλικία της δεν ήταν για γενναιότητες και στωικά υπέμενε τις αυθαίρετες κάθε φορά αλλαγές στη ζωή της.

Μοναδικός σύντροφος της ο Πέτρος, το λευκό πουλόσκυλο με τις καφέ βούλες. Η κουβέντα τους καθημερινή, να μη σκουριάσει και αυτή, εκείνη μιλούσε και εκείνος γάβγιζε. Όλα όμως τα καταλάβαινε ο Πέτρος και παρομοίως η κυρία Νίκη. Είχαν υφάνει τη δική τους διάλεκτο και ζούσαν αρμονικά. Το μόνο παράπονο του Πέτρου ήταν ότι ήταν εσώκλειστος. Η κυρία Νίκη δεν έβγαινε πλέον από το σπίτι. Είχε δώσει επί πληρωμή τις εξωτερικές της δουλειές στη Νατάσα από τη Ρωσία, προσπαθώντας να πείσει τον εαυτό της πως για λόγους ευσπλαχνίας και όχι κινητικής δυσλειτουργίας είχε σταματήσει τις αναγκαίες εξόδους της. Οι υπηρεσίες της Νατάσας είχαν αποδειχτεί πολύτιμες, όσο και αν η κυρία Νίκη να εθελοτυφλούσε και έλεγε με ύφος υπεροπτικό στον Πέτρο, όταν έμεναν οι δυο τους: «Το καημένο το κορίτσι. Ε, τι να κάνω, Πέτρο. Το λυπάμαι. Καλά δεν κάνω που με αφορμή τα ψώνια μας της δίνω και ένα χαρτζιλίκι;». Ο Πέτρος τότε γάβγιζε σα να συγκατάνευε και εισέπραττε την επιδοκιμασία της αφεντικίνας του. Ο Πέτρος, όμως, δικαίως παραπονούμενος λόγω της μόνιμης διαμονής του μέσα στους τέσσερις τοίχους του διαμερίσματος, γάβγιζε από παράπονο που δεν έβγαινε πλέον βόλτα και τελικά κατέληγε να ακολουθεί την κυρία Νίκη, μόνο, στις νυχτερινές της επισκέψεις στη βεράντα. Εκεί ένας τρίτος παρατηρητής διέκρινε κάποιες φορές μια ουρά να περιφέρεται πέρα δώθε και μια μικρή μουσούδα ανά διαστήματα να ξεπροβάλει έξω από τα κάγκελα προς αναζήτηση της ζωής που δεν έζησε.

Οι ώρες μετά τις δώδεκα τη νύχτα καταστέλλουν τα άγχη, τα καταχωνιάζουν εκεί από όπου πήγασαν, στον κόσμο το φανταστικό, εκείνον που γεννά το ωραίο και το άσχημο, το κακό και το καλό. Οι ψυχές αντιλαμβάνονται μια πραγματικότητα διαφορετική, τέτοια, την οποία για πάντα θα ήθελαν να γεύονται, μια σιωπηρή λειτουργία στην εκκλησία του θεού. Οι προβολείς της σκηνής σβήνουν, απομένουν μόνο τα φώτα ασφαλείας αναμμένα να φωτίζουν το διάδρομο που ήρεμα πρέπει να διασχίσουν, ώστε να βγουν στην έξοδο γαληνεμένες και σίγουρα κερδισμένες. Επικρατεί σιγή. Οι μόνοι παρείσακτοι κάποιες σκέψεις που αλυχτάνε ακόμα. Το χθες θυμίζει όμορφο, το αύριο μακρινό. Είναι η ώρα των φαντασμάτων.

Όταν ο Πέτρος δε μάσαγε τα φύλλα από τα πολλά λουλούδια που είχε η κυρία Νίκη, εκείνη τα περιποιόταν κόβοντας τα άρρωστα σκέλη τους, ποτίζοντάς τα και ανανεώνοντας το χώμα τους. Η ενασχόληση με τα φυτά της ήταν μια ιεροτελεστία για εκείνη. Η ανάπτυξή τους, το σκίρτημα τους στο αντίκρισμα του ήλιου και η καταστολή τους τις βραδινές ώρες, η ανθοφορία τους την άνοιξη και η μάχη τους να σταθούν στη ζωή το χειμώνα ήταν λειτουργίες που ενθουσίαζαν την κυρία Νίκη. Μέρα με την ημέρα έβλεπε το θαύμα της φύσης να ξετυλίγεται μπροστά της και εκεί συνειδητοποιούσε τη σημασία του κύκλου της ζωής. Παρατηρούσε και σημείωνε στο περιορισμένο λόγω γήρατος μνημονικό της την ανάγκη της εξέλιξης και την παραδεχόταν.

Κάποιες στιγμές την έπιανα να αναπαύει το καμπουριασμένο της κορμί πάνω στο παλιό ξύλινο γραφείο της, κάτω από το γερασμένο φωτιστικό με το φθαρμένο δερμάτινο καπέλο, γερμένη προς ένα φύλλο χαρτί, κρατώντας ένα μολύβι, να γράφει. Λίγες φορές θα τύχαινε να απολαύσω αυτήν την ξεχωριστή εικόνα, ενός γηραλέου ανθρώπου που έχει την ανάγκη να δημιουργήσει, και τότε καθόμουν στο δικό μου μπαλκόνι και λήστευα αυτές τις ιερές στιγμές από την προσωπική της ζωή. Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, για αυτό ελπίζω πως είχα κάποια σημαντικά ελαφρυντικά. Ήταν σαγηνευτικό να βλέπεις εκείνη τη γερασμένη μορφή να γράφει, να ψάχνει να βρει την έμπνευση, εκείνες τις λέξεις που θα αποτυπώσουν με τον επιθυμητό τρόπο τις σκέψεις της και παλεύοντας με τον εαυτό της να λαξεύει το δημιούργημά της. Ήμουν αβλαβής ληστής σας το εγγυώμαι. Ό,τι έπαιρνα από εκείνες τις στιγμές το κρατούσα αυστηρά στον προσωπικό μου χώρο και θαύμαζα την ανάγκη αυτού του ανθρώπου να μοιραστεί τα βάθη της ψυχής του με εκείνη τη μονόχρωμη αλλά μάλλον κατανοητική κόλλα χαρτί, την έτοιμη από καιρό να υποδεχτεί μέσα της του χρωματισμούς των σκέψεων του.

Η κυρία Νίκη είναι ένας άνθρωπος του καιρού μας. Όσο κι αν κάποιες φορές φαντάζει πως έρχεται από μια άλλη εποχή τόσο, όταν εφιστάς την προσοχή πάνω της, κατανοείς ότι είναι άνθρωπος του σήμερα. Τα χρόνια της είναι ταιριαστά με τον τωρινό μέσο όρο ζωής, η σταδιοδρομία της τόσο η επαγγελματική όσο και αυτή στο στίβο της ζωής είναι η συνήθης. Άνθρωπος μοναχικός, έπαψε εδώ και καιρό να λέει καλημέρα στους συστεγαζόμενους της πολυκατοικίας της, εγκλωβισμένη μέσα στους τσιμεντένιους τοίχους, ψάχνοντας να βρει τη ζωή σε δραπετεύσεις, μια με τις νυχτερινές της εξορμήσεις, μια με το μοναδικό της σύντροφο, Πέτρο, μια με τις καταπονητικές της προσπάθειες να πει δυο λόγια στον εαυτό της με τον τρόπο που το έχει φανταστεί. Ένας άνθρωπος που όσο και αν δείχνει πως αναζητά τη συντροφιά άλλο τόσο αποξενωμένη είναι από δική της επιλογή. Η φθορά την κατέβαλε, η κοινωνία την απογοήτευσε, η ζωή την ωρίμασε. Η ζωή της περικλείεται γύρω από το δικό της κόσμο που έχει χτίσει, προσκολλημένη στα δικά της στεγανά, κάτω από τις δικές της αντιλήψεις αλλά περιέργως με μια τόσο έντονη ανάγκη για δημιουργία και παρατήρηση, μακριά από τα ταπεινά κίνητρα που απαιτεί ένα κουτσομπολιό.

Τα βράδια της τα περνά αναλογιζόμενη τη μοναδικότητα της κάθε στιγμής, τώρα πια. Βαθιά συνειδητοποιημένη για τον τρόπο που διανύει τα τελευταία μίλια, επιλέγει ακόμα να ρουφά από το να αφήνει άσκοπα να περνάνε οι ώρες. Το νυχτερινό της ραντεβού είναι σταθερό, συνεπής στις ώρες που η πόλη κοιμάται. Μόνο τότε νιώθει να της ανήκει, να ζει στην επαρχία που επιθυμούσε από μικρή. Κοιτά χαμηλά. Έχει πάψει προ πολλού να κοιτά τον ουρανό. Τα αστέρια πλέον δεν της λένε τίποτα. Ανάγκη έχει μόνο για αυτά τα ωραία δρομάκια που άδεια θυμίζουν χωριό.

Τα χέρια της έχουν αφυδατωθεί, οι αγκώνες της σαν ξύλινα στηρίγματα κρατάν το ετοιμόρροπο κορμί της, το μυαλό της συλλέγει πια σαν μέλισσα ό,τι θεωρεί ωφέλιμο για τον εαυτό της. Οι κουβέντες με τον Πέτρο της αρκούν, δεν αναζητά τη συντροφιά των ανθρώπων πλέον, όσο και αν η όψη της μαρτυρά το αντίθετο, είναι λάθος. Τα βράδια δεν κοιμάται, φοβάται το θάνατο. Πάσχει από κρίσεις άγχους, ο λόγος είναι εμφανής, και περιμένει κάθε μέρα να επαναλάβει τις συνήθειές της, τις δραστηριότητες που δίνουν νόημα στην αναμονή της για την έλευση της επόμενης ημέρας.

Ήταν χθες το βράδυ που καθόμουν στο μπαλκόνι μου και συνειδητοποίησα ξαφνικά την παρουσία της. Στεκόταν όρθια εκεί απέναντι και είχε σκύψει για να μπορεί να βλέπει καλύτερα. Ήταν η ώρα της. Οι δείκτες του ρολογιού είχαν διαβεί τα μεσάνυχτα και συνέχιζαν σταθερά το ρυθμό τους σε αντίθεση με αυτόν της πόλης. Οι ομιλίες είχαν λιγοστέψει, οι οικογένειες είχαν επιστρέψει στα σπίτια τους από νωρίς, κάποιοι τουρίστες μεθυσμένοι περιφέρονταν νιώθοντας πως κυνηγάνε την ανεμελιά τους και ο μοναδικός ήχος που κρατούσε συντροφιά σε εμάς τους νυχτερινούς θαμώνες της γειτονιάς ήταν η λειτουργία της σκάλας του μετρό.

Κάθε βράδυ η κυρία Νίκη θα βγει στο μπαλκόνι της. Κάποιοι από εμάς είμαστε τυχεροί αν τη δούμε, κάποιοι άλλοι όχι. Η μορφή της, όσο και να μην το γνωρίζει αυτή, δίνει ζωή στη ζωή μας. Οι σιωπές μας είναι και αυτές μια ιδιαίτερη επικοινωνία. Υπάρχει ενέργεια σε τούτους τους δρόμους. Δεν είναι μόνο τα παρακλάδια μιας πόλης. Είναι κάτι πολύ παραπάνω από απλά τετράγωνα πολυκατοικιών. Μέσα εκεί υπάρχουν ζωές, υπάρχουν άνθρωποι που με την ύπαρξή τους δίνουν νόημα στην ίδια τη ζωή.

Αναρωτιέμαι. Χωρίς αυτούς τι θα κάναμε;

Advertisements
Σχόλια
  1. Γιάννη, είσαι δυνατός. Απολαυστικά διαβαστερός!!!

  2. Ο/Η Giannis Karageorgos λέει:

    Σε ευχαριστώ πολύ, Άρη! Το θετικό σου σχόλιο με τιμά ιδιαίτερα! 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s