palm_brian-old_man_walking_by_the_sea~OMabf300~10008_20101214_2006_251Ο Θύμιος έφυγε.

Ο Μανώλης τον θυμόταν που ερχόταν στο πατρικό του – φίλος του πατέρα του ήταν – σχεδόν πάντα πιωμένος. Ήταν ψιλός και αδύνατος, στα όρια της λιμοκτονίας. Στα σκελετωμένα του δάκτυλα κρατούσε πάντα ένα τσιγάρο αναμμένο. Το χνώτο του μύριζε έντονα ούζο, το μάτι του ήταν θολό, κόκκινο, με τις φλέβες μέσα του πρησμένες έτοιμες να εκραγούν και το βλέμμα του είχε έκφραση επαίτη. Η φωνή του ερχόταν σε απόλυτη αρμονία με την φτωχική και ατημέλητη όψη του. Λεπτή, βραχνή, η οποία έβγαινε πάντα με έναν παρακλητικό τόνο, με την κτητική αντωνυμία να συνοδεύει πάντα την προσφώνηση των φίλων του. Το πρόσωπό του είχε αφυδατωθεί από την κατάχρηση τσιγάρου και αλκοόλ και οι ρυτίδες είχαν κάνει βαθιά αυλάκια στην άνυδρη επιδερμίδα του. Συνήθως περιφερόταν αξύριστος, κάτι που ερχόταν να ταιριάξει με το υπόλοιπο του παρουσιαστικού του. Το άνω μέρος του κορμού του είχε γύρει μπροστά σχηματίζοντας καμπούρα και όπως προχωρούσε στο δρόμο φαινόταν σαν κάτι να έψαχνε να εντοπίσει ή πως συλλογιόταν κάτι σημαντικό. Το κύρτωμα στο πάνω μέρος του κορμιού του τού είχε αφήσει και ένα επιπρόσθετο κουσούρι. Του είχε δημιουργήσει μια μικρή σκολίωση, η οποία επηρέαζε το περπάτημά του, καθώς το ένα πόδι υπερτερούσε σε μάκρος από το άλλο. Έτσι, καθώς βάδιζε, φαινόταν σα βάρκα που έπεσε πάνω σε τρικυμισμένη θάλασσα και η πορεία της δεν είναι ευθύγραμμη. Η αστάθειά του αυτή, μάλιστα, πολλάκις τον είχε οδηγήσει να σκοντάψει και να πέσει πάνω σε ότι βρισκόταν στην πορεία του, από άνθρωπο έως οποιοδήποτε αντικείμενο ή άμοιρο ζώο που έτυχε να περνάει αμέριμνο εκείνη την ώρα δίπλα του.

Ο ασταθής Θύμιος, όπως τον φωνάζανε λόγω του κινητικού προβλήματός του αλλά και των ψυχολογικών σκαμπανεβασμάτων του, κόπιαζε όταν συνήθως ξέμενε από παρέα. Το πιόμα του μπορούσε να το κάνει και μόνος του. Εκείνη, όμως, τη μελαγχολική ζάλη που του έφερνε δεν μπορούσε να την αντέξει χωρίς παρέα. Το αλκοόλ τού φούντωνε τις ευαισθησίες, τον παίρνανε τα κλάματα, η ανάγκη της συντροφιάς πρόβαλε έκδηλη, ένιωθε απομονωμένος και τον στοίχειωναν οι φόβοι και οι αδυναμίες του, η άτολμη φύση του, η απραξία και τα λάθη του παρελθόντος. Κάπου κάπου, με διάφορες δραστηριότητες, προσπαθούσε να ξεφύγει από τις δαγκάνες των τύψεών του. Όταν όμως παραδινόταν στους εθισμούς του, επιδιώκοντας να ξεφύγει από τη θλίψη του, κατέληγε στο άλλο άκρο, αυτό της μελαγχολίας. Και η μελαγχολία δεν είναι καλός σύμβουλος. Όποια απόφαση και να έπαιρνε εκείνη την ώρα ήταν άστοχη. Σε εκείνες τις ευαίσθητες ώρες επιδίωκε είτε να κλειστεί στον εαυτό του – πράγμα σπάνιο για το Θύμιο – είτε να βρει μια ανθρώπινη ψυχή που θα έχει την υπομονή και την αντοχή να ακούσει τον πόνο του και τις σκέψεις του που είχαν αναμειχθεί και μπερδευτεί με εκείνες που γεννιόνται από την υπερβολική πόση οινοπνευματωδών ποτών. Αυτός ο αχταρμάς λόγου που έβγαινε από το στόμα του Θύμιου ομοίαζε κατά πολύ με βόθρο, στον οποίο όποιος ήταν ικανός να ανταπεξέλθει ως βοθρατζής τότε ήταν άξιος και για κάθε ηθική ακόμα και υλική ανταμοιβή.

Ο διαρκώς διωκόμενος από τις αδύναμες στιγμές του Θύμιος πέθανε πριν τρεις μήνες. Ο Μανώλης θυμόταν μια φωτογραφία στην οποία είχε δει το Θύμιο νέο στην εκκίνηση ενός αγώνα ενδεδυμένο με την αγωνιστική του εμφάνιση. Το βλέμμα του παρέμεινε το ίδιο με τα χρόνια, ελαφρώς πιο ταλαιπωρημένο όμως, την περίοδο που τον γνώρισε ο Μανώλης, πιο γερασμένο, ενώ το σφρίγος της νιότης ήταν ολοφάνερο. Στα μάτια του υπήρχε εκείνος ο δυναμισμός, το άτρωτο, που διακατέχει όλους τους νέους. Η παραξενιά όμως, αυτός ο δύστροπος χαρακτήρας του, εμφανιζόταν καθαρά στη ματιά του. Το ύφος και η στάση που είχε πάρει στην αφετηρία εκείνου του αγώνα ήταν ακριβώς αυτό που χαρακτήριζε τη μετέπειτα ζωή του. Φυγοπονία. Ο τρόπος με τον οποίο κοιτούσε το φακό της φωτογραφικής μηχανής έκανε έκδηλη τη δυσαρέσκειά του, τη χωρίς τη θέλησή του συμμετοχή. Ήταν σα να έλεγε: «Τι με φέρατε εδώ; Τι γυρεύω σε αυτόν τον αγώνα; Εγώ δεν είμαι για τέτοια». Το μόνο που του έλειπε από την όλη στάση του σώματός του ήταν η καμπούρα. Κατά τα άλλα, τα αδύνατα δάκτυλά του φαίνονταν έτοιμα να περιθάλψουν κάθε τσιγάρο που θα έπεφτε στα χέρια του. Ο Θύμιος είχε εκμυστηρευτεί στον Τάκη πως ο πατέρας του ήταν ο υπαίτιος για τη συμμετοχή του σε εκείνον τον αγώνα, ο οποίος, παρά τις εμμονές που είχε, τις οποίες μετέφερε και στο γιο του, δεν άργησε να καταλάβει τη ραθυμία που διακατείχε το παιδί του και ευτυχώς και για τους δυο η προσπάθεια εντρύφησης του αθλητικού πνεύματος σταμάτησε στον έναν και μοναδικό αγώνα που έλαβε μέρος ο Θύμιος, δηλαδή αυτόν της φωτογραφίας.

Σα να τον είδε μόλις χθες, ο Μανώλης τον θυμάται να μπαίνει στο πατρικό του μυρίζοντας από μακριά τις αναθυμιάσεις του αλκοόλ, μεταφέροντας την τσιγαρίλα που είχε κατακάτσει πάνω στα ρούχα του από την ασίγαστη μανία του να ανάβει το ένα και να σβήνει το άλλο. Ερχόταν γεμάτος χαρά που θα δει το φίλο του τον Τάκη και έπαιρνε ένα ύφος σοβαρό λες και είχαν να λύσουν ζητήματα που θα επηρέαζαν όλη την ανθρωπότητα. Εξέφραζε τα σέβη του στη μητέρα του Μανώλη και σχεδόν έσπρωχνε τον Τάκη για να πάνε γρήγορα γρήγορα στο γραφείο του να πέσουν με τα μούτρα πάνω στα σοβαρότατα θέματα που είχαν να επιλύσουν. Αυτά τα τόσο σημαντικά ζητήματα, βέβαια, είχαν πάντα να κάνουν με τις απαιτήσεις ενός ιδιόρρυθμου εκδότη περιοδικού, με τον οποίο τύγχανε ο Τάκης να έχει πάρε δώσε, η επίλυση των οποίων ξεκινούσε από τη διάθεση του Θύμιου να ξεφύγει από τις μελαγχολικές φάσεις του. Ο Θύμιος ως γνήσιος συλλέκτης ντοκουμέντων από το παρελθόν είχε την τιμητική του μιας και ο Τάκης συχνά πυκνά ζήταγε την πολύτιμη βοήθειά του που δεν ήταν άλλη από την παροχή-δανεισμό αυτού του πολύτιμου υλικού, το οποίο θα στόλιζε τα κείμενα των άρθρων. Πληθώρα φωτογραφιών στεγάζονταν σκόρπιες στη μονοκατοικία του Θύμιου την οποία μοιραζόταν με τους γονείς του. Κάθε φορά που τον επισκεπτόταν ο πατέρας του Μανώλη έβρισκε πλούσια φωτογραφικά ντοκουμέντα, άλλα μικρής αξίας και άλλα ανεκτίμητα. Όσο επιμελής όμως ήταν ο Θύμιος στην εξεύρεση και μάζωμα των φωτογραφιών άλλο τόσο αμελής ήταν στην αρχειοθέτησή τους. Υπήρχαν στιγμές που ο Τάκης γύρναγε πίσω τόσο εκνευρισμένος από την ακαταστασία που έβρισκε εκεί μέσα που μια φορά είχε πει στο γιο του το Μανώλη: «Δεν ξαναπατάω εκεί μέσα. Κάθε φορά που πηγαίνω με πιάνει άγχος αν την επόμενη φορά που θα ξαναπάω θα βρω ακέραιες, τουλάχιστον, τις σημαντικές φωτογραφίες.»

Ο Θύμιος είχε έλλειψη συγκέντρωσης και ανεπάρκεια συνοχής στο λόγο του. Από τη μια δυσκολευόταν να παρακολουθήσει τον Τάκη τις ελάχιστες φορές που τον άφηνε να μιλήσει και από την άλλη εύκολα, όταν άνοιγε μια κουβέντα, χανόταν και πεταγόταν από το ένα θέμα στο άλλο. Αυτός ήταν και ένας ακόμα λόγος που του βγήκε το παρατσούκλι «ο ασταθής Θύμιος». Αυτό το ψεγάδι του χειροτέρευε ακόμα περισσότερο, όταν ερχόταν για συζήτηση μεθυσμένος. Ξεκίναγε ένα θέμα και ως δια μαγείας η λογική σύνδεση των σκέψεών του χανότανε και αναδυότανε στην επιφάνεια κάτι καινούργιο για το οποίο κανένας δεν ήξερε από πού είχε προέλθει. Το μόνο σταθερό ήταν το παράπονό του προς τον πατέρα τού Μανώλη, όπως χαρακτηριστικά το είχε εκφράσει ένα Σάββατο βράδυ: «Γιατί, βρε Τάκη μου, μού το έκανες αυτό; Γιατί; Δεν έπρεπε να με αναφέρεις;» Κάτι είχε πάρει το αυτί του Μανώλη για κάποια φωτογραφία που δημοσίευσε ο πατέρας του σε αυτό το περιοδικό του εκκεντρικού εκδότη και δεν έγραψε ότι προερχόταν από το προσωπικό αρχείο του Θύμιου. Εμμονή άνευ λόγου βέβαια μιας και η συγκεκριμένη φωτογραφία ούτε στο Θύμιο ανήκε. Την είχε δανειστεί κάποτε από κάποιον και κατέληξε να γίνει μόνιμη ιδιοκτησία στα χέρια του, αλλά ο χρόνος όλα τα ξεχνά, καλά και κακά, ωραία και άσχημα.

Υπήρχαν μέρες που ο Θύμιος τηλεφωνούσε αλλεπάλληλα στο σπίτι του Μανώλη και, όταν έψαχνε να βρει απεγνωσμένα τον πατέρα του και δεν τα κατάφερνε, ξεσπούσε με παράπονο στη μάνα του:

-Γιατί, κυρία Τασία μου, δε μου τον δίνεις στη γραμμή; Τι του έκανα και δεν εμφανίζεται;

-Μα, βρε κύριε Θύμιο μου, σου εξήγησα πως ο Τάκης δεν έχει έρθει ακόμα. Μόλις επιστρέψει θα του πω να σε πάρει αμέσως.

-Άντε καλά, κυρία Τασία μου. Θα περιμένω. Να του πεις όμως να με πάρει. Σε παρακαλώ, κυρία Τασία μου, μη με ξεχάσει.

Μέσα στη ζάλη του δεν ήξερε ποιο είναι το ψέμα και ποια η αλήθεια. Φοβόταν ακόμα και τη σκιά του. Και ύστερα από λίγο ξανακαλούσε:

-Μήπως επέστρεψε, κυρία Τασία μου; Άντε, πού είναι;

-Αχ, κύριε Θύμιο μου, τα είπαμε. Δεν τα είπαμε; Δεν έχει έρθει ακόμα. Μόλις γυρίσει θα σε πάρει.

-Πες του, κυρία Τασία μου, πως είναι μεγάλη ανάγκη. Πρέπει να του μιλήσω οπωσδήποτε σήμερα!

Και όλα αυτά τα έλεγε με σερνόμενη γλώσσα την οποία κάθε τρεις και λίγο μπουρδούκλωνε.

Άλλες μέρες, όταν ο πατέρας του Μανώλη τού έκανε τη χάρη να τον δεχτεί σπίτι, ερχόταν ευδιάθετος και άρχιζε να στολίζει με κοσμητικά επίθετα τη μάνα του. Και κυρία μου Τασία τι όμορφη που είστε. Και γλυκιά μου κυρία. Και είστε αξιοθαύμαστη και αξιέπαινη. Και χωρίς εσάς τι θα έκανε ο άντρας σας. Και πάντα πίσω από ένα σπουδαίο άντρα κρύβεται μια υπέροχη γυναίκα κ.λπ. Και ύστερα κλείνονταν στο γραφείο του Τάκη και ξεκίναγε έναν πολύωρο μονόλογο που τελειωμό δεν είχε. Έλεγε και έλεγε και όσο ο πατέρας του Μανώλη του γέμιζε το ποτήρι με ούζο εκείνος δε σταμάταγε. Ο μοναδικός τρόπος για να φύγει ήταν να πάρει τηλέφωνο εκείνος ο εκδότης και να πει πως υπάρχουν θέματα που δεν έχουν συζητηθεί και άμεσα πρέπει με τον Τάκη να τα πούνε, τουλάχιστον τηλεφωνικά. Το τηλεφώνημα αυτό φυσικά ήταν ένα προσχεδιασμένο κόλπο το οποίο είχε στηθεί με εγκέφαλο τον Τάκη και εκτελεστή τη γυναίκα του, η οποία έπαιρνε την προκαθορισμένη ώρα τηλέφωνο στο σταθερό από το κινητό της και προσποιούταν τον εκδότη. Τότε με πραγματικό σεβασμό ο Θύμιος βιαζόταν να μαζέψει τα χαρτιά και μέρος από το υλικό του, που πάντα κουβαλούσε μαζί του, και έσπευδε να φύγει για να αφήσει τους δυο άνδρες να μιλήσουν για την τύχη της επόμενης μηνιαίας έκδοσης, που φυσικά ενδιέφερε άμεσα και τον ίδιο μιας και ήταν ο πιο πολύτιμος προμηθευτής φωτογραφικού υλικού για την αρθρογραφία για το παρελθόν.

Οι φωτογραφίες για κείνον ήταν μια παράξενη μανία. Δίχως ποτέ του ο ίδιος να έχει ασχοληθεί με το χόμπι της φωτογραφίας, χωρίς να κατέχει τις στοιχειώδεις γνώσεις, είχε δοθεί με πάθος στην εξεύρεση φωτογραφιών που πίστευε πως έχουν κάποια ιστορική αξία. Μάλλον η νωθρότητά του τον είχε οδηγήσει στο σχεδόν άκοπο χόμπι του συλλέκτη και κατά έναν τρόπο θεωρούσε πως ασχολείται με κάτι που ενέχει τη δημιουργία μέσα του. Το περίεργο ήταν ότι το χόμπι αυτό τον είχε κάνει επιλεκτικά δραστήριο, αν και ο Μανώλης θεωρούσε πως κατά βάσει εκείνο που τον γέμιζε ενέργεια ήταν η ελπίδα μήπως και μέσα από τις φωτογραφίες που συνέλεγε δει κάποια στιγμή το όνομά του έστω και με μικρά γράμματα κάτω από κάποια από αυτές σε κάποιο περιοδικό. Και αυτό το είχε αντιληφτεί από τη μάχη που δινόταν κάθε φορά μέσα στο γραφείο του πατέρα του για το όνομα του ιδιοκτήτη καθώς και το μέγεθος της γραμματοσειράς με την οποία αυτό θα γραφόταν. Άλλωστε αυτός μάλλον ήταν και ο λόγος του μόνιμου παραπόνου του στον Τάκη.

Το θάνατο του Θύμιου τον έμαθε ο Μανώλης από τα χείλη του πατέρα του που και αυτού του τον πληροφόρησε ένας άλλος, η αλήθεια είναι κάπως καθυστερημένα αφού είχε περάσει και το μνημόσυνό του. Δεν ξέρει ο Μανώλης αν όντως ο πατέρας του θα πήγαινε στην κηδεία, είχανε χαθεί κάπως τον τελευταίο καιρό, αλλά σίγουρα δεν είναι ευχάριστο να μαθαίνεις κάτι ετεροχρονισμένα ειδικά όταν αυτό αφορά το θάνατο ενός ανθρώπου. Ένα όμως είναι το σίγουρο, πως ο Τάκης στεναχωρήθηκε. Για αυτόν ο Θύμιος, όσο και φορτικός να ήταν κάποιες φορές, δεν έπαυε να είναι ένας δυστυχισμένος άνθρωπος, μια ψυχή που ουσιαστικά το μόνο που ζητούσε ήταν λίγη συντροφιά, απλά συνήθως δεν ήξερε να το εκφράζει σωστά. Ο Μανώλης ήταν βέβαιος πως η απώλεια του Θύμιου για τον πατέρα του ήταν ένα επιπλέον κομμάτι στο παζλ της ζωής του που σιγά σιγά διαλυότανε, φεύγανε τα κομμάτια, ώσπου να καταλήξει στην απαρχή του, από εκεί που για τον Τάκη όλα ξεκίνησαν. Και για τον Μανώλη δε χωράει καμιά αμφιβολία ότι ο Θύμιος ήταν ένας ισχυρός δεσμός, το μερίδιό του είχε αξία, γιατί ήταν ένας άνθρωπος άδολος.

Advertisements
Σχόλια
  1. Ναι Γιάννη, απ’ τη ζωή μας περνάνε άνθρωποι με ευαισθησίες και ιδιαιτερότητες, «γραφικοί» κατά τους επιβεβλημένους κοινωνικούς κανόνες. Ο Θύμιος, ο Μάρλον, ο Λεωνίδας… Άκακοι αλλ’ αδύναμοι, αντί να γνωρίσουν την κατανόηση και τη στοργή, ή βλέπουν την πλάτη των «δυνατών» και των «λογικών», ή αντιμετωπίζουν τη χλεύη τους. Μόλις όμως βρουν την παρέα και την κατανόηση ή έστω ανοχή του Τάκη, του Βασίλη, του Άρη…γίνονται προσκωλυόμενοί τους.
    Το λέω με βεβαιότητα: Άν ο Θύμιος αναζητάει και βρίσκει έναν προσωρινό παράδεισο στον Τάκη, νομοτελειακά ο Τάκης έχει εξασφαλίσει τον δικό του παράδεισο!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s